
ΛΕΥΚΩΣΙΑ – [Φώτος: Σταύρος Ιωαννίδης /ΓΤΠ]
Σαράντα οκτώ κυπριακές αρχαιότητες, αγγεία και ειδώλια από ασβεστόλιθο που χρονολογούνται από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού μέχρι και τη Μεσαιωνική περίοδο, που βρίσκονταν σε ιδιωτική συλλογή στην Ελλάδα, παραδόθηκαν το απόγευμα στην Κυπριακή Δημοκρατία, στο πλαίσιο επίσημης τελετής που πραγματοποιήθηκε στο Κυπριακό Μουσείο στη Λευκωσία.
Τις αρχαιότητες παρέλαβε η Υφυπουργός Πολιτισμού Λίνα Κασσιανίδου από την Υπουργό Πολιτισμού της Ελλάδας Λίνα Μενδώνη.
Οι αρχαιότητες είχαν αποκτηθεί στην Κύπρο κατά τις δεκαετίες του 1960- 1970. Με τον θάνατο του συλλέκτη, οι κληρονόμοι του αποφάσισαν να τις παραδώσουν στο Ελληνικό κράτος, προκειμένου να εξετάσει την δυνατότητα επιστροφής των αντικειμένων στη χώρα προέλευσής τους.


H Δρ Κασσιανίδου ευχαρίστησε την κα Μενδώνη και τις αρμόδιες αρχές της Ελλάδας για την καθοριστική συμβολή τους στην επιστροφή των αρχαιοτήτων, καθώς και τους κληρονόμους του συλλέκτη, οι οποίοι παρέδωσαν οικειοθελώς τις αρχαιότητες.
«Η επιστροφή των αρχαιοτήτων δεν αποτελεί απλώς και μόνο μια συνεργασία ανάμεσα στις αρμόδιες αρχές της Κύπρου και της Ελλάδας, ή ένα ακόμα τμήμα της διμερούς συμφωνίας που υπογράψαμε με την Υπουργό Πολιτισμού της Ελληνικής Δημοκρατίας πριν από ενάμιση χρόνο και που υλοποιούμε με πολλούς τρόπους. Αποτελεί κυρίως ένα απτό παράδειγμα του πως υλοποιείται στην πράξη η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και του δικαιώματος των κοινωνιών να διατηρούν ζωντανή τη σχέση τους με την ιστορία, τη μνήμη και την ταυτότητά τους», ανέφερε -μεταξύ άλλων- η κα Κασσιανίδου.

Από την πλευρά της η κα Μενδώνη τόνισε ότι “η Ελλάδα, η οποία πρωτοστατεί στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς από την παράνομη διακίνηση, επιστρέφει, με βάση τη Σύμβαση της UNESCO του 1970 και τη διμερή συμφωνία που έχουμε υπογράψει 1,5 χρόνο πριν με την Υφυπουργό της Κυπριακής Δημοκρατίας, τις 48 αρχαιότητες στον τόπο που γεννήθηκαν».
Συμπλήρωσε δε ότι “η Ελλάδα, όπως και η Κύπρος, έχουν υποστεί λεηλασίες της πολιτιστικής τους κληρονομιάς. Οι δύο χώρες ενώνουν τις δυνάμεις τους, καθώς ξέρουμε πολύ καλά ότι η πραγματική προστασία των πολιτιστικών αγαθών σε διεθνές επίπεδο συνεπάγεται τη συνεργασία, την αλληλοκατανόηση και την αλληλοβοήθεια μεταξύ των λαών”.



