Home ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ Κέρκυρα: Από τα οχυρά της Ενετοκρατίας στα καταφύγια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Κέρκυρα: Από τα οχυρά της Ενετοκρατίας στα καταφύγια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Γράφει η Αννυ Ταπάσκου / ΑΠΕ-ΜΠΕ

  Το Παλαιό και το Νέο Φρούριο, που σήμερα αποτελούν τοπόσημα της Κέρκυρας και πόλο έλξης για χιλιάδες επισκέπτες, υπήρξαν στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου καταφύγια για τους κατοίκους της πόλης, οι οποίοι αναζητούσαν προστασία από τους αλλεπάλληλους αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Την άγνωστη αυτή πτυχή της ιστορίας των δύο οχυρώσεων φωτίζει, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο ιστορικός ερευνητής, μελετητής των κερκυραϊκών οχυρώσεων, Θεόφιλος Τζίκας.

   Οι υπόγειες στοές και οι θολωτοί χώροι των δύο φρουρίων, κατασκευές που επί αιώνες υπηρετούσαν την αμυντική θωράκιση του νησιού, μετατράπηκαν σε χώρους προστασίας για εκατοντάδες αμάχους. Στο εσωτερικό τους, οι Κερκυραίοι έζησαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα υπό δύσκολες συνθήκες, προσπαθώντας να προστατευθούν από τις επιθέσεις που έπλητταν την πόλη.

   Όπως επισημαίνει ο κ. Τζίκας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Κέρκυρα δέχθηκε αλλεπάλληλους αεροπορικούς βομβαρδισμούς από ιταλικές, γερμανικές και συμμαχικές δυνάμεις, με βαρύ τίμημα σε ανθρώπινες ζωές και σημαντικές καταστροφές στην αρχιτεκτονική και πολιτιστική κληρονομιά της.

   «Στη σύγχρονη εποχή, τα φρούρια και τα τείχη απώλεσαν προφανώς τον αρχικό αμυντικό τους ρόλο. Ωστόσο, δεν έπαψαν να λειτουργούν ως ασφαλή καταφύγια για τους κατοίκους κατά τη διάρκεια των αεροπορικών επιδρομών», αναφέρει χαρακτηριστικά.

   Οι στοές που έγιναν καταφύγια

   Η ιστορία του Παλαιού Φρουρίου αρχίζει από τους πρώτους αιώνες της βυζαντινής περιόδου, ενώ η σημερινή οχυρωματική του μορφή διαμορφώθηκε κυρίως από τις επεμβάσεις των Ενετών, από τον 15ο έως τον 18ο αιώνα. Το Νέο Φρούριο κατασκευάστηκε από τους Βενετούς κατά τον 16ο αιώνα, κυρίως μεταξύ 1576 και 1588, για την ενίσχυση της άμυνας της πόλης.

   Με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, οι οχυρωμένοι χώροι απέκτησαν εκ νέου ζωτική σημασία. Οι ιταλικές αεροπορικές επιδρομές στην Κέρκυρα άρχισαν την 1η Νοεμβρίου 1940 και συνεχίστηκαν με διακοπές, πλήττοντας κατοικίες και δημόσια κτίρια.

   Σύμφωνα με έγγραφο της Διοίκησης Παθητικής Αεράμυνας της Αστυνομικής Διεύθυνσης Κέρκυρας, στις 17 Φεβρουαρίου 1941 ο πληθυσμός που παρέμενε στην πόλη διέμενε μονίμως στις στοές του Παλαιού και του Νέου Φρουρίου, καθώς και σε άλλους χώρους προστασίας.

   Οι χώροι αυτοί περιλάμβαναν μεγάλες αίθουσες στο εσωτερικό των προμαχώνων και υπόγειες στοές επικοινωνίας, γνωστές ως «μίνες», οι οποίες συνέδεαν επιμέρους τμήματα των οχυρώσεων.

   «Στο εσωτερικό τους διέθεταν χώρους καλυμμένους από ισχυρούς θόλους και πολλά μέτρα επιχωματώσεων, οι οποίοι μπορούσαν να φιλοξενήσουν μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Έτσι, ήταν φυσικό να γίνουν τα κύρια πολεμικά καταφύγια κατά τη διάρκεια των συνεχών αεροπορικών επιδρομών», εξηγεί ο ιστορικός ερευνητής.

   Όπως προσθέτει, οι χώροι καθαρίστηκαν και ηλεκτροδοτήθηκαν, ενώ σε ορισμένους οργανώθηκαν στοιχειώδεις υποδομές υγιεινής και ορίστηκαν υπεύθυνοι για τη λειτουργία τους. Παρά τις παρεμβάσεις, οι συνθήκες διαβίωσης παρέμεναν ιδιαίτερα δύσκολες, εξαιτίας της υγρασίας, του κρύου, του ανεπαρκούς αερισμού και του συνωστισμού.

   «Οι συνθήκες παρέμεναν άθλιες. Το ανθυγιεινό περιβάλλον, το κρύο, η υγρασία, ο ελλιπής αερισμός και φωτισμός και ο συνωστισμός τόσων ανθρώπων δοκίμαζαν τις αντοχές του πληθυσμού. Ένιωθαν όμως, ασφαλείς», σημειώνει.

   Η άρνηση των κατοίκων να εγκαταλείψουν τα φρούρια

   Ιδιαίτερα δύσκολη ήταν η περίοδος των γερμανικών βομβαρδισμών τον Σεπτέμβριο του 1943, όταν η συγκέντρωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού στα φρούρια προκάλεσε την ανησυχία των ιταλικών αρχών.

   Όπως αναφέρει ο κ. Τζίκας, οι αρχές επιχείρησαν να πείσουν τους κατοίκους να μετακινηθούν στα χωριά της κερκυραϊκής υπαίθρου, προσφέροντάς τους κίνητρα. Ωστόσο, πολλοί αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τα καταφύγια.

   Η απόφασή τους συνδεόταν με το αίσθημα ασφάλειας που τους παρείχαν τα οχυρωματικά έργα, την ανάγκη να βρίσκονται κοντά στις περιουσίες τους, αλλά και τον φόβο των άγνωστων συνθηκών που θα αντιμετώπιζαν μακριά από την πόλη. Σύμφωνα με τον ερευνητή, υπήρξαν ακόμη και περιπτώσεις αντίστασης στις προσπάθειες αναγκαστικής απομάκρυνσής τους.

   Η παρουσία των αμάχων στα φρούρια αποτυπώνει έτσι μια λιγότερο γνωστή πλευρά της πολεμικής ιστορίας της Κέρκυρας: τα οχυρά που είχαν σχεδιαστεί για να αποκρούουν στρατούς μετατράπηκαν σε χώρους όπου ο άμαχος πληθυσμός αναζητούσε προστασία από τις αεροπορικές επιθέσεις.

   Από τη στρατιωτική χρήση στη σύγχρονη εποχή

   Μετά το τέλος του πολέμου, τα καταφύγια έπαψαν να έχουν την ίδια χρησιμότητα, ενώ τα φρούρια φιλοξένησαν στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Άλλες οχυρώσεις εγκαταλείφθηκαν και αφέθηκαν στη φθορά του χρόνου.

   «Θα χρειαστεί να περάσουν πολλές δεκαετίες για να αρχίσει η κοινωνία να αισθάνεται την ανάγκη προστασίας και ανάδειξής τους», επισημαίνει ο κ. Τζίκας, υπογραμμίζοντας τις δυσκολίες που εξακολουθούν να συνοδεύουν τη διατήρηση των ιστορικών οχυρώσεων.

   Σήμερα, το Παλαιό και το Νέο Φρούριο αποτελούν πόλους έλξης, των τουριστών που αναζητούν τα ίχνη της βενετικής οχυρωματικής αρχιτεκτονικής και της μακραίωνης ιστορίας του νησιού.

   Πίσω, όμως, από τα τείχη, τους προμαχώνες και τις υπόγειες στοές διατηρείται και η μνήμη μιας άλλης εποχής: εκείνης κατά την οποία οι οχυρώσεις δεν ήταν απλώς μνημεία στρατιωτικής ισχύος, αλλά καταφύγια για τους ανθρώπους μιας πόλης που δοκιμαζόταν από τον πόλεμο.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here