ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ –του Πέτρου Κασφίκη, ΤΟ ΒΗΜΑ –
Για σχεδόν δύο χρόνια, τα «ήρεμα νερά» δεν έλυσαν τις ελληνοτουρκικές διαφορές. Περιόρισαν, όμως, αισθητά την ένταση στον ουρανό του Αιγαίου.
Πλέον αυτή η εικόνα έχει αρχίσει να αλλάζει. Ο Σινάν Σίντι, διευθυντής του προγράμματος για την Τουρκία στο Foundation for Defense of Democracies, μιας από τις πιο πολιτικά επιδραστικές δεξαμενές σκέψης στην Ουάσιγκτον, βλέπει την επιστροφή της έντασης στο Αιγαίο ως μέρος μιας ευρύτερης αλλαγής στη συμπεριφορά της Άγκυρας.
«Η συμπεριφορά της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα ή την Κύπρο δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο», λέει στο «Βήμα», εκτιμώντας ότι ο Ερντογάν αισθάνεται πως έχει μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων και τη στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ «ό,τι κι αν κάνει» στην περιοχή.
Μετά από την περίοδο των ήρεμων νερών βλέπουμε τις υπερπτήσεις και τις παραβιάσεις του εναέριου χώρου να επιστρέφουν ξανά. Τι έχει αλλάξει στους υπολογισμούς της Τουρκίας;
Πρόκειται για μια αλλαγή που δεν αφορά μόνο το Αιγαίο ή τη Μεσόγειο. Βλέπουμε την Τουρκία να προχωρεί σε περισσότερες κινήσεις που κλιμακώνουν την ένταση σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, κάνοντας πιο τολμηρά βήματα. Αυτή τη στιγμή η Τουρκία αισθάνεται ότι έχει πολύ μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων. Επομένως, η συμπεριφορά της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα ή την Κύπρο δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο. Εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο μιας Τουρκίας που αισθάνεται περισσότερο ενισχυμένη και ενεργεί αναλόγως.
Παρουσιάσατε την εικόνα μιας πιο τολμηρής Τουρκίας. Σε ποιο βαθμό συνδέετε αυτή την αυτοπεποίθηση με τη στάση της σημερινής αμερικανικής διοίκησης, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις Τραμπ και Νετανιάχου φαίνεται να δοκιμάζονται;
Ο Ερντογάν έφυγε από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ αισθανόμενος ιδιαίτερα ενισχυμένος, διότι ο Τραμπ του πρόσφερε όλους τους επαίνους που ήθελε να ακούσει. Και έκτοτε έχουμε πράγματι δει τον Ερντογάν να προχωρεί σε πιο τολμηρές κινήσεις. Ένα στοιχείο που ενδεχομένως ενισχύει αυτό που λέτε είναι η αντιπαράθεση μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ στη Συρία. Είδαμε τον Αμερικανό πρέσβη Τομ Μπάρακ να σπεύδει αμέσως να στηρίξει την Τουρκία, χωρίς καν να περιμένει την αξιολόγηση των αμερικανικών υπηρεσιών. Και έχω όντως την αίσθηση ότι, σε έναν βαθμό, ο Ερντογάν θεωρεί πως έχει τη στήριξη του Τραμπ, ό,τι κι αν κάνει στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Η Τουρκία έχει ανακηρύξει δύο θαλάσσια πάρκα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Βλέπετε την Άγκυρα να επιχειρεί να μετατρέψει τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της σε τετελεσμένα;
Θα έλεγα ότι κανένα από αυτά τα μηνύματα που στέλνει η Τουρκία δεν αποτελεί καλό οιωνό γιατί δείχνει ότι δεν ενδιαφέρεται κατ’ ανάγκην να επιλύσει αυτά τα ζητήματα μέσω διεθνών δικαστηρίων ή οποιουδήποτε άλλου θεσμικού πλαισίου. Αντιθέτως, προωθεί τις διεκδικήσεις της με ευρηματικούς τρόπους, όπως η δημιουργία ενός εθνικού θαλάσσιου πάρκου. Πρόκειται ουσιαστικά για μια μονομερή δήλωση που λέει: «Αυτά είναι τα δικά μου ύδατα και θα κάνω ό,τι θέλω». Αυτό αυξάνει το επίπεδο της έντασης και περιορίζει τα περιθώρια για διαπραγμάτευση και διπλωματία, διότι παρουσιάζεται ως τετελεσμένο. Και εκεί βρίσκεται το πρόβλημα. Αυτή ήταν ανέκαθεν η στρατηγική της Τουρκίας και στην Κύπρο. Δημιουργεί ένα τετελεσμένο και ελπίζει ότι όλοι τελικά θα το αποδεχθούν. Προφανώς αυτό δεν συμβαίνει, αλλά το αποτέλεσμα είναι να διευρύνεται το πρόβλημα.
Η είσοδος της γαλλικής Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στον Great Sea Interconnector αλλάζει τη γεωπολιτική εξίσωση γύρω από το έργο; Μπορεί μια σημαντική γαλλική εμπορική παρουσία να αυξήσει το πολιτικό κόστος για την Τουρκία εάν επιχειρήσει να το παρεμποδίσει;
Θα πρέπει να περιμένουμε για να δούμε. Θα έλεγα όμως ότι δεν πρέπει να περνά απαρατήρητη η στήριξη της Γαλλίας προς τους Ευρωπαίους συμμάχους της, ειδικά στην Κύπρο με την υπογραφή της «Συμφωνίας περί Καθεστώτος Δυνάμεων», καθώς και η πιο αποφασιστική στάση της, σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη της ΕΕ, υπέρ της τήρησης του πνεύματος και του γράμματος του νόμου στην Ανατολική Μεσόγειο. Γνωρίζουμε ότι η Άγκυρα είναι ενοχλημένη από αυτό. Αυτό που δείχνει η νέα συμφωνία είναι ότι η Γαλλία ενδιαφέρεται να συνεργάζεται με την Ελλάδα, την Κύπρο ή άλλους Ευρωπαίους συμμάχους σε πολυμερή σχήματα. Δείχνει επίσης ότι η Γαλλία αναγνωρίζει πως υπάρχουν προβληματικές θέσεις από την πλευρά της Τουρκίας και ότι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις πρέπει να αναλαμβάνουν ενεργότερο ρόλο στη στήριξη των Ευρωπαίων συμμάχων τους.
Θα μπορούσε, επομένως, το GSI να εξελιχθεί σε ένα τεστ για τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο;
Πάντοτε θεωρούσα ότι η Ελλάδα ενδιαφέρεται περισσότερο για την αποκλιμάκωση και ουσιαστικά για την εξεύρεση ενός τρόπου ώστε οι σχέσεις των δύο χωρών να προχωρήσουν χωρίς αντιπαράθεση. Η δική μου εκτίμηση είναι ότι, στο εξής, η Ελλάδα θα επιδιώκει να συζητά πρώτα τέτοιες πρωτοβουλίες με την τουρκική κυβέρνηση, ώστε να παραμένουν ανοικτοί οι δίαυλοι διαλόγου. Με αυτόν τον τρόπο αποτρέπεται και το ενδεχόμενο ο Ερντογάν να κατηγορήσει την ελληνική κυβέρνηση ότι ενεργεί μονομερώς και χωρίς τον απαιτούμενο «διπλωματικό σεβασμό». Θα μου προκαλούσε έκπληξη εάν η ελληνική κυβέρνηση ενεργούσε χωρίς προηγουμένως να έχει διαβουλευθεί με τους Τούρκους ή, τουλάχιστον, χωρίς να τους έχει ενημερώσει για τις προθέσεις της.
Σε ό,τι αφορά τη Συρία, το Ισραήλ υποστηρίζει ότι έπληξε τη αεροπορική βάση για να αποτρέψει ενίσχυση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας. Τι επιδιώκει στρατιωτικά η Τουρκία στη Συρία και γιατί το Ισραήλ το θεωρεί τόσο σοβαρή απειλή;
Αυτό που επιδιώκει είναι να ενισχύσει τις στρατιωτικές δυνατότητες της Συρίας, να παρέχει εκπαίδευση, και να της πουλά οπλικά συστήματα. Στη Συρία, η Τουρκία βλέπει ένα κράτος που θα βρίσκεται στη δική της σφαίρα επιρροής και το οποίο ουσιαστικά θα αυξήσει την ικανότητά της να υπονομεύει το Ισραήλ, αλλά ταυτόχρονα θα συμβάλει στην εδραίωση της Τουρκίας ως της κυρίαρχης περιφερειακής δύναμης. Οι πρόσφατες επιδρομές αποτελούν ένα παράδειγμα ακριβώς αυτού του ανταγωνισμού που αναπτύσσεται με το Ισραήλ. Η Τουρκία προσπαθεί κατά πάσα πιθανότητα να σταθμεύσει αεροσκάφη, διότι μέσω τέτοιων βάσεων μπορεί να προβάλλει στρατιωτική ισχύ σε μεγαλύτερη ακτίνα. Οι Ισραηλινοί έχουν υπάρξει απολύτως κατηγορηματικοί μετά την πτώση του Άσαντ. Έχουν πει: «Δεν θα ανεχθούμε καμία στρατιωτική ενίσχυση στο εσωτερικό της Συρίας η οποία να αποτελεί απειλή για την εθνική μας ασφάλεια». Η συριακή κυβέρνηση και ο αλ Σαράα συμφώνησαν με αυτούς τους όρους. Παρ’ όλα αυτά, είτε επιτρέπουν στην Τουρκία να αναπτύσσει αυτές τις στρατιωτικές δυνατότητες είτε δεν έχουν πλήρη επίγνωση του τι συμβαίνει.
Το Axios αναφέρει ότι το Ισραήλ επιχείρησε να αποτρέψει τη μεταφορά «προηγμένων οπλικών συστημάτων» στην αεροπορική βάση. Καθώς ένα από τα σενάρια που είχαν διακινηθεί ήταν η μεταφορά των τουρκικών S-400 σε τρίτη χώρα, θα μπορούσε η Συρία να αποτελεί έναν πιθανό προορισμό;
Έχω ακούσει αυτή τη φημολογία αλλά μέχρι στιγμής δεν είναι κάτι που μπορεί να επιβεβαιωθεί. Είναι μια ενδιαφέρουσα φήμη, διότι η αναφορά σε «ευαίσθητο στρατιωτικό εξοπλισμό» προκαλεί ερωτήματα, καθώς γνωρίζουμε ότι οι Τούρκοι ενδιαφέρονται να απαλλαγούν από τους S-400. Νομίζω ότι, εάν αυτό ήταν αλήθεια, και πρόκειται για ένα πολύ μεγάλο «εάν», θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί ο Τομ Μπάρακ έσπευσε τόσο γρήγορα να καταδικάσει το ισραηλινό πλήγμα. Το τελευταίο πράγμα που θα ήθελαν οι Ισραηλινοί θα ήταν να υπάρχουν S-400 κοντά στα ισραηλινά σύνορα που θα περιόριζαν ουσιαστικά την ικανότητα τους να αναλαμβάνουν στρατιωτική δράση εναντίον οποιασδήποτε τρομοκρατικής απειλής στο εσωτερικό της Συρίας. Το σενάριο που θεωρούσαμε ότι βρισκόταν στο τραπέζι ήταν η μεταφορά των S-400 στα Εμιράτα. Δεν έχουμε όμως δει καμία εξέλιξη από τότε που δημοσιοποιήθηκε αυτή η πληροφορία. Εάν, λοιπόν, υπήρχε ένα διαφορετικό σχέδιο της Τουρκίας, τότε οι Ισραηλινοί ενδέχεται να το ματαίωσαν. Αλλά και πάλι, πρόκειται για κάτι που δεν έχει επιβεβαιωθεί.
Ο Πέτρος Κασφίκης είναι διαπιστευμένος ανταποκριτής στον Λευκό Οίκο και στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τον τηλεοπτικό σταθμό MEGA και την εφημερίδα Το Βήμα. Για τις τελευταίες εξελίξεις από την Ουάσιγκτον μπορείτε να κάνετε εγγραφή στο κανάλι του στο YouTube: youtube.com/c/PKas?sub_confirmation=1




