ΒΟΣΤΩΝΗ – Greek News USA
Με την κεντρική ομιλία του Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας, Ιωάννη, ξεκίνησε το βράδυ της Δευτέρας 2 Μαρτίου το Διεθνές Συνέδριο με τίτλο «Αναστάσιος: Αρχιεπίσκοπος, Θεολόγος, Ιεραπόστολος», το οποίο συνδιοργανώνουν το Huffington Ecumenical Institute και το Missions Institute of Orthodox Christianity, ινστιτούτα και τα δύο της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού, τιμώντας την πρώτη επέτειο από την κοίμηση του σεπτού ιεράρχη.
Η ομιλία του Αρχιεπισκόπου Ιωάννη, ο οποίος είναι, όπως ανέφερε στον εισαγωγικό του χαιρετισμό, ο π. Λουκάς Βερώνης, διευθυντής του Κέντρου Ιεραποστολής (Missions Institute), ως προκαθήμενος Αυτοκέφαλης Εκκλησίας o ανώτερος ιεραρχικά απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής του Τίμιου Σταυρού, είχε ως θέμα “Η Παρακαταθήκη του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου».
Ο π. Λουκάς, ο οποίος υπηρέτησε κατά το παρελθόν δίπλα στον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο στην Αλβανία, συντόνισε μαζί με τον άλλο συνοικοδεσπότη, τον π. Ιωάννη Χρυσαυγή, διευθυντή του Ινστιτούτου Huffington, την εναρκτήρια ενότητα του συνεδρίου.

“Ελάχιστοι θρησκευτικοί ηγέτες στη σύγχρονη εποχή ξεχωρίζουν τόσο ώστε να γίνονται κυριολεκτικά θρύλοι ακεραιότητας και ορόσημα πίστης”, τόνισε ο π. Ιωάννης.
Στην εναρκτήρια ομιλία του ο Αρχιεπίσκοπος Ελπιδοφόρος, αφού τόνισε ότι το συνέδριο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω της παρουσίας του Αρχιεπισκόπου Ιωάννη, έπλεξε το εγκώμιο του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου, τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι «υπήρξε νέος απόστολος στα Έθνη, διαχριστιανικός και οικουμενικός ηγέτης, και τελικά Ειρηνοποιός και αυτός που ανοικοδόμησε την Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας».

Στην έναρξη του συνεδρίου που διεξάγεται στο Μαλιώτειο Πολιτιστικό Κέντρο στις εγκαταστάσεις του Ελληνικού Κολεγίου και της Θεολογικής Σχολής (HCHC) στο Μπρούκλαϊν της Μασσαχουσέτης από τις 2 έως τις 4 Μαρτίου παρέστησαν ακόμα -μεταξύ άλλων- ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στη Βοστώνη, Συμεών Τέγος, ο Μητροπολίτης Βοστώνης Μεθόδιος, ο Αρχιεπίσκοπος πρώην Αμερικής Δημήτριος, οι Μητροπολίτες Δημητριάδος Ιγνάτιος, και Ελντορετ και Δυτικής Κένυας, Νεόφυτος, οι Επίσκοποι Αμισσού Ιωακείμ, Συνάδων Αντώνιος, Νικόδημος της Αλβανικής Αρχιεπισκοπής υπό την OCA και Θεοφάνης της Αλβανικής Επισκοπής υπό το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Η ομιλία του Αρχιεπισκόπου Ιωάννη –
Η Παρακαταθήκη του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου
«Το 1992, ακριβώς εδώ, στον ίδιο αυτόν χώρο, ήμουν φοιτητής στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού, όταν επικοινώνησα για πρώτη φορά με τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο, πριν ακόμη ενθρονιστεί ως Προκαθήμενος της Ορθοδόξου Αυτοκέφαλου Εκκλησίας της Αλβανίας. Η επικοινωνία κατέστη δυνατή χάρη στον καθηγητή μου, τότε Μητροπολίτη Βρεσθένης Δημήτριο Τρακατέλη, ο οποίος αργότερα έγινε Αρχιεπίσκοπος Αμερικής.
Όταν μίλησα μαζί του στο τηλέφωνο, ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος μου είπε:
«Ιωάννη, παιδί μου, ο Δημήτριος με ενημέρωσε για σένα, για την επιθυμία σου να διακονήσεις την Εκκλησία και για την πρόοδό σου στη Θεολογική Σχολή. Χαίρομαι πολύ για σένα και πλημμύρισα από ενθουσιασμό όταν έμαθα για την επιθυμία σου να επιστρέψεις και να υπηρετήσεις την πατρίδα σου».
Του υποσχέθηκα ότι θα επέστρεφα αμέσως μετά την ολοκλήρωση των σπουδών μου, διότι και εγώ χάρηκα βαθύτατα για την ευλογία που είχε λάβει η Αλβανία να τον έχει στην κεφαλή της Εκκλησίας μας, σε αυτή την τόσο κρίσιμη αρχή – μετά την ολοκληρωτική καταστροφή που προκάλεσε το αθεϊστικό καθεστώς.
Από τότε, η σχέση μας υπήρξε πάντοτε στενή – μια κοινή πορεία αγάπης και συνεργασίας εν Χριστώ για την πρόοδο της αγαπημένης μας Εκκλησίας, της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας.
Νιώθω βαθύτατη τιμή που είχα την ευλογία από τον Θεό να βρίσκομαι δίπλα του σχεδόν σε όλες τις καθοριστικές στιγμές, σε όλες τις σημαντικές συναντήσεις και σε όλες τις προσπάθειες για την ανοικοδόμηση της Εκκλησίας μας από τα ερείπια. Η βαθιά σοφία του, η φλογερή αγάπη του για τον Θεό και για τον άνθρωπο ενώνονταν μέσα του με τρόπο θαυμαστό, ώστε πραγματικά οι δεήσεις των Ορθοδόξων πιστών της Αλβανίας – που ζητούσαν έναν άνθρωπο του Θεού για να αναστήσει την Εκκλησία τους – εισακούστηκαν από τον Θεό στον ύψιστο βαθμό, μέσω της παρουσίας του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου επί τρεις δεκαετίες σε αυτή τη μαρτυρική Εκκλησία.

Το οικοδομικό έργο: Η ανέγερση των ναών από τα ερείπια
Όταν ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος έφθασε στην Αλβανία το 1991, ως Έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, βρήκε μια χώρα όπου η Εκκλησία είχε σχεδόν ολοκληρωτικά καταστραφεί. Το αθεϊστικό καθεστώς – το μοναδικό στον κόσμο που είχε ανακηρύξει τον αθεϊσμό με συνταγματική διάταξη – είχε καταστρέψει ή καταστήσει μη λειτουργικούς 1.600 ναούς, παρεκκλήσια και μοναστήρια. Από τους 440 κληρικούς που υπηρετούσαν πριν από τον κομμουνισμό, είχαν απομείνει μόνον 22, όλοι ηλικιωμένοι και εξαντλημένοι. Όπως έλεγε ο ίδιος ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος, ήταν «εποχή κατά την οποία στην Αλβανία βασίλευε το πνεύμα του σκότους. Όταν ο μαχητικός αθεϊσμός έσβησε τη συνείδηση, έπνιξε καθετί που η ανθρώπινη ζωή θεωρεί πολυτιμότερο: την ελευθερία, την πίστη, την αγάπη».
Μέσα σε αυτό το τοπίο πνευματικής ερήμωσης, ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος ξεκίνησε αυτό που, δικαίως, πολλοί αποκαλούν «θαύμα». Σε διάστημα τριών και πλέον δεκαετιών, καθοδήγησε την ανοικοδόμηση και αποκατάσταση πάνω από 450 εκκλησιαστικών και κοινωνικών κτηρίων: ανεγέρθηκαν 150 νέοι ναοί· αποκαταστάθηκαν 70 μοναστήρια και εκκλησίες που είχαν χαρακτηριστεί πολιτιστικά μνημεία· επισκευάστηκαν ακόμη 160 ναοί· και ανεγέρθηκαν ή ανακαινίστηκαν 45 εκκλησιαστικά κτήρια. Συνολικά, 425 κτήρια ανεγέρθηκαν ή επανήλθαν σε λειτουργία.
Ίδρυσε την Θεολογική–Ιερατική Ακαδημία «Ανάστασις του Χριστού» στο Δυρράχιο, το Εκκλησιαστικό Λύκειο «Τίμιος Σταυρός» στο Αργυρόκαστρο και στη Σούκθ Δυρραχίου, καθώς και 50 Κέντρα Νεότητας σε διάφορες πόλεις. Μόρφωσε και χειροτόνησε 145 νέους κληρικούς. Ιδρύθηκαν πάνω από 400 ενορίες, ανεγέρθηκαν σχολεία, ιατρεία και κοινωνικά κέντρα. Οι πόρτες της Εκκλησίας άνοιξαν για κάθε άνθρωπο, ανεξαρτήτως πίστεως.
Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους: εκατοντάδες ναοί, δεκάδες μοναστήρια, χιλιάδες άνθρωποι που εργάστηκαν, κοινωνική και εκκλησιαστική υποδομή που έβγαλε την Αλβανία από την ένδεια. Θα τον ονόμαζα τον άνθρωπο της Αναστάσεως – όχι μόνο της αναστάσεως των τοίχων των ναών, αλλά της αναστάσεως των ψυχών από το σκοτάδι.
Οι ζωντανοί ναοί: Η πνευματική αναγέννηση
Ωστόσο, ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος δεν περιορίστηκε μόνο στην ανοικοδόμηση των ναών. Βαθιά μέσα στην ψυχή του γνώριζε ότι τα κτήρια είναι απλώς εργαλεία – εργαλεία στην υπηρεσία του αληθινού σκοπού, που είναι η σωτηρία των ψυχών. Με ιδιαίτερη δύναμη το εξέφρασε αυτό κατά την επίσκεψή του στο Δέλβινο, όταν είπε εκείνα τα λόγια που έμειναν ως πνευματική διαθήκη για όλους μας:
«Πέρα από τους ναούς από πέτρα, πρέπει να οικοδομήσουμε τους ζωντανούς ναούς του Χριστού – μέσα στις ψυχές των ανθρώπων, εκείνους τους πνευματικούς ναούς που κατέστρεψε το αθεϊστικό καθεστώς».
Αυτή η φράση συνοψίζει ολόκληρο το όραμά του. Η μεγαλύτερη ζημιά του αθεϊσμού δεν ήταν η καταστροφή των τοίχων, αλλά η καταστροφή της συνείδησης, της πίστης, της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό. Οι τοίχοι μπορούν να ξαναχτιστούν, αλλά οι ψυχές απαιτούν πολύ βαθύτερο κόπο, περισσότερη υπομονή και περισσότερη αγάπη. Για εκείνον, τα κτήρια δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά απλώς μέσα για την επιτέλεση του σωτηριώδους έργου της Εκκλησίας. Χτίστηκαν για τους ανθρώπους και στην υπηρεσία τους.
Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος ήταν άνθρωπος εξαιρετικής πνευματικής ωριμότητας, όχι μόνο λόγω της θεολογικής του κατάρτισης – αν και υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Ορθοδόξους θεολόγους του 20ου αιώνα, Καθηγητής της Ιστορίας των Θρησκειών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Επίτιμος Διδάκτωρ σε 19 πανεπιστήμια. Η πνευματική του ωριμότητα πηγάζει από μια ζωή ολοκληρωτικά αφιερωμένη στην προσευχή, στη θεωρία και στη διακονία προς τον Θεό και τον άνθρωπο. Είχε βιώσει τον Θεό ως ζωντανή πραγματικότητα, και αυτή ακριβώς η εμπειρία του έδωσε τη δύναμη και τη σοφία να μεταδώσει στους πιστούς της Αλβανίας το αληθινό πνεύμα μιας ζωντανής και υγιούς Ορθοδόξου Εκκλησίας – μιας Εκκλησίας θεμελιωμένης στην πίστη της Αναστάσεως του Χριστού και στην αγάπη προς κάθε ανθρώπινο πρόσωπο.

Γνώριζε πώς να εισέλθει στην ψυχή κάθε ανθρώπου. Κατανοούσε ότι, μετά από δεκαετίες αθεϊστικού σκότους, οι άνθρωποι δεν είχαν ανάγκη μόνο από ναούς στους οποίους θα εισέρχονταν, αλλά από κάποιον που θα μιλούσε στις καρδιές τους, θα τους μάθαινε να προσεύχονται ξανά και θα τους έδειχνε ότι ο Θεός είναι ζωντανός και παρών. Και αυτό ακριβώς έκανε – με θερμά λόγια, με ανεξάντλητη υπομονή και με αληθινή αγάπη.
Το κήρυγμά του ήταν πάντοτε επικεντρωμένο στην αγάπη και στον σεβασμό προς κάθε ανθρώπινο ον. Μετέδωσε μέσα στην Εκκλησία πνεύμα συμφιλίωσης και συγχώρησης. Εμείς που σταθήκαμε δίπλα του όλα αυτά τα χρόνια μαρτυρούμε: δεν έκανε διάκριση μεταξύ των ανθρώπων· αντιμετώπιζε όλους με την ίδια θέρμη – τόσο τον απλό χωρικό όσο και διεθνώς αναγνωρισμένους ηγέτες. Πίστευε στην Ανάσταση – όχι ως αφηρημένο δόγμα, αλλά ως εμπειρία που μεταμορφώνει τη ζωή.
Οι πολύτιμες διδαχές του
Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος μας άφησε διδάγματα και λόγους που συνεχίζουν να φωτίζουν τη ζωή μας. Επιτρέψτε μου να αναφέρω μερικές από αυτές τις πολύτιμες διδαχές:
- Η Λειτουργία μετά τη Λειτουργία — διότι η λατρεία δεν τελειώνει μέσα στο ναό, αλλά συνεχίζεται ως διακονία μέσα στον κόσμο.
- Η αγάπη δεν γνωρίζει σύνορα — η Εκκλησία δεν κλείνεται στον εαυτό της και δεν υπάρχει μόνο για τον εαυτό της, αλλά για όλους τους ανθρώπους, όποιοι κι αν είναι, διότι κάθε ανθρώπινο πρόσωπο είναι πλασμένο κατ’ εικόνα Θεού.
- Πάντοτε σε πορεία — η πίστη δεν είναι στατική κατοχή, αλλά δυναμικό προσκύνημα προς τον Θεό.
Αυτά δεν ήταν απλώς συνθήματα· ήταν η ίδια του η ζωή. Κήρυττε αυτό που ζούσε και ζούσε αυτό που κήρυττε. Σε έναν κόσμο γεμάτο λόγια αλλά άδειο από έργα, η ζωή του ήταν η πιο ισχυρή μαρτυρία ότι λόγος και πράξη πρέπει να είναι αχώριστα — διότι η πίστη χωρίς έργα είναι νεκρή, όπως μας διδάσκει ο Απόστολος Ιάκωβος (Ιακ. 2:26). Έλεγε συχνά: «Η Ανάσταση δεν είναι απλώς δόγμα, είναι εμπειρία που μεταμορφώνει τη ζωή». Αυτό το βιώσαμε στην Αλβανία. Μια Εκκλησία που φαινόταν νεκρή, ήρθε στη ζωή — όχι από ανθρώπινες δυνάμεις, αλλά από τη Χάρη του Θεού που ενεργούσε μέσω ανθρώπων γεμάτων πίστη, οι οποίοι αγαπούσαν τον Θεό και Τον υπηρετούσαν.
Μία από τις φράσεις που ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος επαναλάμβανε συνεχώς, ως προσευχή και ως βεβαιότητα, ήταν: «Ο Θεός δεν θα μας εγκαταλείψει». Στις πιο δύσκολες στιγμές — όταν η Αλβανία καταστράφηκε από την κρίση του 1997, όταν οι δυσκολίες φαίνονταν ανυπέρβλητες — επαναλάμβανε αυτά τα λόγια με ακλόνητη πίστη. Αυτή η πίστη δεν ήταν αφέλεια· ήταν η βαθιά πεποίθηση ενός ανθρώπου που είχε βιώσει τον Θεό σε κάθε στιγμή της ζωής του.
Με το παράδειγμά του ενίσχυσε σε όλους μας μια ακλόνητη εμπιστοσύνη στον Θεό. Όποτε αντιμετώπιζε δυσκολίες και προκλήσεις, δεν υποχωρούσε· με μεγάλη πίστη στον Θεό, βέβαιος ότι επιτελούσε το έργο Του, στεκόταν ακλόνητος σαν βράχος — αλλά με αγάπη και συμπόνια — για να προστατεύσει την Εκκλησία και την αποστολή της, μεταδίδοντας έτσι πίστη και ελπίδα σε όλους τους πιστούς. Αυτή η πίστη τον έκανε ακατάβλητο. Πήγαινε εκεί όπου άλλοι φοβούνταν να πάνε. Επισκέφθηκε τα πιο απομακρυσμένα χωριά και άνοιξε ναούς σε μέρη όπου κανείς δεν πίστευε ότι θα μπορούσε ποτέ να οικοδομηθεί κάτι. Και, θαυμαστά, οικοδομήθηκαν.
Η σοφία, η αγάπη και η πίστη του ήταν τόσο ισχυρές, ώστε οι άνθρωποι όχι μόνο τον ακολουθούσαν, αλλά τον εμπιστεύονταν και τον αγαπούσαν. Διότι εκείνος τους αγαπούσε πραγματικά, όπως ένας πατέρας αγαπά τα παιδιά του.
Εξίσου γνωστός είναι και ο εξαιρετικός ρόλος του στον διαθρησκειακό διάλογο, ιδιαιτέρως με το Ισλάμ, με το οποίο συνυπάρχουμε στην Αλβανία επί αιώνες. Ο περίφημος λόγος του — «Το λάδι της πίστεως δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από καμία πλευρά για να ανάβει συγκρούσεις, αλλά για να θεραπεύει πληγές και να γαληνεύει καρδιές» — έγινε μέρος της Συνοδικής Εγκυκλίου της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην Κρήτη. Ως ένας από τους Προέδρους του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, υπήρξε πρωταγωνιστής σε πολλές μεγάλες συμφωνίες. Σήμερα η Αλβανία θεωρείται πρότυπο διαθρησκειακού διαλόγου στην Ευρώπη.
Το όραμά του για την Ορθοδοξία ήταν παγκόσμιο. Όπως έγραψε: «Όταν σκέφτομαι την Ορθοδοξία στους αιώνες που έρχονται, την ονειρεύομαι ανοιχτή στην ανάπτυξη, στις νέες συνθήκες που δημιουργούν η επιστήμη, η τέχνη και η τεχνολογία. Η θέση της Ορθοδοξίας δεν είναι σε έναν χώρο έξω από την ιστορία, αλλά στο κέντρο των κοινωνικών διεργασιών, στην πρωτοπορία της προόδου…»

Η αγάπη προς τον Θεό και η διακονία προς το ποίμνιο
Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος ήρθε στην Αλβανία σε δύσκολους καιρούς. Συνάντησε πολλούς σταυρούς σε όλη τη διάρκεια της διακονίας του. Πολλοί άνθρωποι δεν θα άντεχαν. Συχνά αναρωτήθηκα: Πώς κατάφερε να αντέξει κάθε δυσκολία; Η απάντηση βρίσκεται σε ένα επεισόδιο από το Ευαγγέλιο. Μετά την Ανάστασή Του, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός απευθύνθηκε στον Απόστολο Πέτρο με την ερώτηση: «Σίμων Ιωνᾶ, ἀγαπᾷς με πλέον τούτων;» Και όταν ο Πέτρος απάντησε: «Ναί, Κύριε, συ γινώσκεις ότι φιλῶ σε», ο Χριστός του είπε: «Ποίμαινε τὰ πρόβατά μου» (Ιω. 21:16–17).
Σε αυτόν τον ιερό διάλογο βρίσκεται το βάθος κάθε εκκλησιαστικής διακονίας. Η αγάπη προς τον Θεό δεν μένει αφηρημένη και εσωτερική· εκφράζεται, φανερώνεται, γίνεται ορατή μέσω της διακονίας προς το ποίμνιο και μέσω της αγάπης προς όλους και προς όλα. Όσο περισσότερο αγαπούμε τον Θεό, τόσο με μεγαλύτερο ζήλο και δύναμη υπηρετούμε τον λαό Του. Η αγάπη προς τον Θεό και η διακονία προς το ποίμνιο είναι αχώριστες — δεν μπορούν να υπάρξουν η μία χωρίς την άλλη.
Διότι μόνο οι άνθρωποι που αγαπούν τον Θεό μπορούν πραγματικά να αγαπήσουν και τους άλλους ανθρώπους και να επιτελέσουν με αφοσίωση το έργο της ηγεσίας και της ποιμαντικής που τους έχει εμπιστευθεί ο Θεός. Ομοίως, οι άνθρωποι που φοβούνται τον Θεό δεν φοβούνται τους ανθρώπους ούτε καμία δυσκολία που μπορεί να συναντήσουν. «Φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ’ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον», γράφει ο Άγιος Ιωάννης (Α΄ Ιω. 4:18). Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος έζησε αυτή την αλήθεια με όλη του την ύπαρξη. Από τη χειροτονία του σε διάκονο στις 7 Αυγούστου 1960, όλη η ζωή του ήταν μια διακονία — μια αδιάκοπη υπηρεσία προς τον Χριστό και προς κάθε άνθρωπο που συναντούσε. Η φλογερή αγάπη του για τον Θεό τον ωθούσε να υπηρετεί το ποίμνιο με ενθουσιασμό, ενέργεια και αυταπάρνηση που δεν μπορούν να εξηγηθούν με ανθρώπινους όρους — μπορούν να εξηγηθούν μόνο μέσω της Χάριτος του Θεού. «Οἴδαμεν δὲ ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεόν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν, τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσιν» (Ρωμ. 8:28).
Επίλογος
Όσο περνά ο χρόνος, τόσο καθαρότερα αναδεικνύεται το μέγεθος του έργου του. Συχνά θαυμάζω — και όχι μόνο εγώ, αλλά και πολλοί άλλοι — πώς κατάφερε να πραγματοποιήσει ένα τόσο μνημειώδες έργο! Ως απάντηση μπορούμε να προσφέρουμε μόνο αυτό: μεγάλη πίστη, μεγάλη αγάπη, μεγάλη Χάρη από τον Θεό. Πρόσφερε στην Εκκλησία μας ό,τι είχε: όλο τον πνευματικό και διανοητικό του πλούτο, τη γνώση και τη σοφία του, τον ώριμο και καθαρό του νου. Με πλήρη βεβαιότητα σας λέγω ότι δεν γνωρίζω κανέναν άλλον που να έχει δώσει περισσότερα σε αυτή τη γη, χωρίς να ζητήσει τίποτε και χωρίς να λάβει τίποτε σε αντάλλαγμα. Το παράδειγμά του μαρτυρεί ότι η διδασκαλία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού — «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς» — μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη και ότι η συγχώρηση και η αγάπη πρέπει να θριαμβεύουν πάνω στο μίσος.
Στην κηδεία του μακαριστού Αρχιεπισκόπου είχαμε τοποθετήσει ένα βιβλίο συλλυπητηρίων. Σε αυτό διάβασα ότι κάποιος, με τρόπο λακωνικό, είχε γράψει μόνο μία λέξη: «Νίκησες». Αυτή η λέξη συνοψίζει ολόκληρη τη ζωή του. Συκοφαντήθηκε, παρεξηγήθηκε, πολεμήθηκε άδικα, εμποδίστηκε — αλλά στο τέλος νίκησε. Του ταιριάζουν τα λόγια του Αγίου Παύλου στη δεύτερη επιστολή του προς τον Τιμόθεο:
«Τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὁ δίκαιος κριτής· οὐ μόνον δὲ ἐμοί, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ» (Β΄ Τιμ. 4:7–8).
Η ζωή και το έργο του θα παραμείνουν για πάντα ζωντανό παράδειγμα και σταθερή έμπνευση, όχι μόνο για εμάς σήμερα, αλλά και για τις γενιές που θα έρθουν. Δεν θα μπορούσα να βρω λόγια πιο κατάλληλα για να περιγράψω την πορεία του σε αυτή τη ζωή από τα δικά του λόγια: «Εμπειρία αγάπης μέσα από δύσκολους δρόμους — ψίθυροι ευγνωμοσύνης και αγάπης στην αιωνιότητα· προς τον Αιώνιο».
Ας προσευχηθούμε ο Θεός να μας δώσει δύναμη και σοφία για να συνεχίσουμε τον φωτεινό δρόμο του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αναστασίου, διότι η μεγαλύτερη τιμή που μπορούμε να του αποδώσουμε είναι να πορευτούμε ενωμένοι, με το ίδιο πνεύμα, στην πορεία που εκείνος χάραξε.
Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν. Ἀμήν».




