Home ΓΝΩΜΗ/ΣΧΟΛΙΑ Η απομάκρυνση «αστραπή» της Κίμπερλι Γκιλφόιλ: Οι δύο βασικοί λόγοι

Η απομάκρυνση «αστραπή» της Κίμπερλι Γκιλφόιλ: Οι δύο βασικοί λόγοι

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ – του Πέτρου Κασφίκη, ΤΟ ΒΗΜΑ –

Η απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία στην Ουάσιγκτον. Μπορεί μόλις μία εβδομάδα νωρίτερα ο Μάρκο Ρούμπιο να μιλούσε με θερμά λόγια για το έργο της στην Αθήνα, όμως τα δημοσιεύματα δεν σταμάτησαν να έρχονται το ένα μετά το άλλο.

Ακολούθησαν οι μάλλον χλιαρές αντιδράσεις τόσο του Ντόναλντ Τραμπ όσο και του Τζέι Ντι Βανς, δίνοντας την εντύπωση ότι ο χρόνος είχε αρχίσει να μετρά αντίστροφα για την ένοικο του Jefferson House στην Αθήνα.

Αυτό που όμως προκάλεσε εντύπωση ήταν η ταχύτητα με την οποία εξελίχθηκαν τα πράγματα και ο τρόπος με τον οποίο ο Τραμπ εγκατέλειψε τόσο γρήγορα ένα πρόσωπο που στην Ουάσιγκτον θεωρούνταν δικός του άνθρωπος.

Γιατί εδώ μιλάμε για έναν Αμερικανό πρόεδρο που έχει οικοδομήσει ολόκληρη την πολιτική του διαδρομή πάνω στη λογική ότι δεν υποχωρεί απέναντι στις πιέσεις. Δεν παραδέχεται εύκολα λάθη και, όταν δέχεται επιθέσεις, επιλέγει σχεδόν πάντα να περάσει στην αντεπίθεση.

Τι ήταν λοιπόν αυτό που έκανε τον Τραμπ να κινηθεί τόσο γρήγορα; Δύο παράγοντες φαίνεται ότι μπορεί να επηρέασαν τους υπολογισμούς του Λευκού Οίκου.

Ο πρώτος ήταν ο κίνδυνος η υπόθεση να εξελιχθεί σε μια διαρκή πηγή πολιτικής φθοράς για τον ίδιο τον πρόεδρο, λόγω των στενών προσωπικών και πολιτικών σχέσεων που διατηρούσε επί χρόνια με την Γκιλφόιλ. Και ο δεύτερος είχε να κάνει με τα μηνύματα δυσαρέσκειας που είχαν αρχίσει να έρχονται μέσα από το ίδιο του το κόμμα, μόλις τρεις εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, ο Τραμπ ενδεχομένως να αντιλήφθηκε ότι η παραμονή της Γκιλφόιλ στην Αθήνα θα μπορούσε να τον καταστήσει πολιτικά ευάλωτο για πολύ μεγαλύτερο διάστημα από όσο αρχικά υπολόγιζε. Σύμφωνα, μάλιστα, με τη Wall Street Journal, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε αρχίσει να ανησυχεί για τη ζημιά που προκαλούσαν οι αλλεπάλληλες αποκαλύψεις στη δημόσια εικόνα του ενόψει των εκλογών.

Οι καταγγελίες αφορούν, μεταξύ άλλων, την προσφορά πρόσβασης σε κυβερνητικούς αξιωματούχους με αντάλλαγμα οικονομική βοήθεια, καθώς και τη σχέση της με συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα στην Ελλάδα. Η ίδια αρνείται τις κατηγορίες και αμφισβητεί τη γνησιότητα των μηνυμάτων που έχουν δημοσιοποιηθεί.

Ήδη, όμως, οι Δημοκρατικοί έχουν ζητήσει να διερευνηθούν οι καταγγελίες. Ο Γκρέγκορι Μικς, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, έχει ζητήσει την παρέμβαση του γενικού επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, καθώς και την ένορκη κατάθεση της Γκιλφόιλ ενώπιον μελών της επιτροπής.

Με δεδομένο, λοιπόν, ότι οι Ρεπουμπλικάνοι αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να χάσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, ο Τραμπ έχει να υπολογίζει και τι μπορεί να συμβεί την επόμενη ημέρα.

Εάν οι Δημοκρατικοί ανακτήσουν την πλειοψηφία, θα αποκτήσουν από τον Ιανουάριο τη δυνατότητα να βάλουν μπροστά κοινοβουλευτικές έρευνες, καλώντας μάρτυρες και απαιτώντας την προσκόμιση εγγράφων από την κυβέρνηση. Και τότε ενδέχεται να εξελιχθεί σε μια υπόθεση που θα μπορούσε να έχει συνέχεια για μήνες, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί ότι θα συνεχίσει να απασχολεί την Ουάσιγκτον ακόμη και μέχρι το τέλος της δεύτερης θητείας του Τραμπ.

Η απομάκρυνση της Γκιλφόιλ μπορεί, λοιπόν, να ήταν ένας τρόπος για τον πρόεδρο να περιορίσει εγκαίρως την προσωπική του έκθεση σε μια υπόθεση που δεν γνωρίζει ούτε πόσο θα διαρκέσει ούτε ποιες πολιτικές διαστάσεις μπορεί να αποκτήσει.

Υπήρχε όμως και ένας δεύτερος λόγος για τον οποίο ο Λευκός Οίκος είχε κάθε λόγο να ανησυχεί. Και αυτός είχε να κάνει με τις αντιδράσεις στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Ενδεικτική ήταν η στάση του Τζον Μπαράσο, δεύτερου στην ιεραρχία της ρεπουμπλικανικής ηγεσίας στη Γερουσία, ο οποίος την Κυριακή μιλούσε στο CBS για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το κόμμα του ενόψει των εκλογών. Περιέγραφε τις ανησυχίες που άκουγε από τους ψηφοφόρους στο Γουαϊόμινγκ για τις υψηλές τιμές του ντίζελ και υπερασπιζόταν την ενεργειακή πολιτική του Τραμπ.

Λίγα λεπτά αργότερα, όμως, κλήθηκε να απαντήσει και για την Γκιλφόιλ. Χαρακτήρισε τις αποκαλύψεις ιδιαίτερα ανησυχητικές και ξεκαθάρισε ότι η Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας θα εξετάσει την υπόθεση στο πλαίσιο των εποπτικών της αρμοδιοτήτων.

Μάλιστα, όταν ρωτήθηκε εάν θεωρεί αποδεκτό ένας κυβερνητικός αξιωματούχος να ζητά χρήματα με αντάλλαγμα πρόσβαση σε πρόσωπα της κυβέρνησης, απάντησε αρνητικά, πριν επιχειρήσει να επαναφέρει τη συζήτηση στις προεκλογικές προτεραιότητες των Ρεπουμπλικάνων.

Η δημόσια τοποθέτηση Μπαράσο δείχνει, πάντως, ότι η υπόθεση είχε αρχίσει να προκαλεί προβληματισμό ακόμη και στα υψηλότερα κλιμάκια της ρεπουμπλικανικής ηγεσίας. Και δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί.

Η Γκιλφόιλ δεν είναι μια άγνωστη διπλωμάτης που βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο της επικαιρότητας. Είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα του κινήματος MAGA, με παρουσία στην αμερικανική πολιτική ζωή πολύ πριν αναλάβει καθήκοντα στην Αθήνα.

Δεν είναι, επομένως, μια υπόθεση που μπορεί εύκολα να κρυφτεί κάτω από το χαλί.

Οι Ρεπουμπλικάνοι βουλευτές που επιστρέφουν αυτές τις ημέρες στις εκλογικές τους περιφέρειες και πηγαίνουν από συγκέντρωση σε συγκέντρωση, στη δική τους εκδοχή των ελληνικών καφενείων, έχουν ήδη να αντιμετωπίσουν τις ανησυχίες των ψηφοφόρων για τον πληθωρισμό, την εκτόξευση των τιμών των καυσίμων και τον πόλεμο στο Ιράν.

Και τώρα μπορεί να βρεθούν να απολογούνται και για καταγγελίες που, εάν αποδειχθούν, είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπερασπιστούν. Ιδίως απέναντι σε μια εκλογική βάση με έντονα λαϊκά και εργατικά χαρακτηριστικά, όπως αυτή του κινήματος MAGA.

Η Γκιλφόιλ προέρχεται από τον ίδιο τον πυρήνα του τραμπικού κινήματος και οι καταγγελίες σε βάρος της αφορούν ακριβώς εκείνες τις πρακτικές που ο Τραμπ υποσχόταν στους ψηφοφόρους του ότι θα εξαλείψει όταν μιλούσε για την ανάγκη να καθαρίσει η Ουάσιγκτον από τα προσωπικά συμφέροντα και τις πολιτικές συναλλαγές.

Όλοι αυτοί οι παράγοντες ίσως να εξηγούν γιατί ο Τραμπ, αντί να επιλέξει τη σύγκρουση και να υπερασπιστεί ένα πρόσωπο του στενού του περιβάλλοντος, αποφάσισε αυτή τη φορά να δείξει την πόρτα της εξόδου με συνοπτικές διαδικασίες.

Κανείς, βέβαια, δεν γνωρίζει με βεβαιότητα τι ακριβώς βάρυνε περισσότερο στην απόφασή του. Μπορεί ο ίδιος και οι συνεργάτες του να έκριναν ότι οι καταγγελίες ήταν από μόνες τους αρκετά σοβαρές ώστε να επιβάλουν την απομάκρυνση της Γκιλφόιλ. Μπορεί, όμως, να μέτρησαν και το πολιτικό κόστος που θα είχε η παραμονή της, τόσο για τον ίδιο όσο και για το κόμμα του.

Σε κάθε περίπτωση, η απομάκρυνση της Γκιλφόιλ μέσα σε λίγες ημέρες ήταν μια απόφαση που βρισκόταν στα χέρια του Τραμπ. Το αν θα καταφέρει να κλείσει και την υπόθεση αυτό είναι κάτι που δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τον ίδιο.

Ο Πέτρος Κασφίκης είναι διαπιστευμένος ανταποκριτής στον Λευκό Οίκο και στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τον τηλεοπτικό σταθμό MEGA και την εφημερίδα Το Βήμα. Για τις τελευταίες εξελίξεις από την Ουάσιγκτον μπορείτε να κάνετε εγγραφή στο κανάλι του στο YouTube: youtube.com/c/PKas?sub_confirmation=1

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here