ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ – του Πέτρου Κασφίκη, ΤΟ ΒΗΜΑ –
Το 2019, η αμερικανική διπλωματία κλήθηκε να διαχειριστεί την κρίση που προκάλεσε στην Ανατολική Μεσόγειο το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η σύγκριση των τότε αντιδράσεών της με την αυστηρά ουδέτερη απάντηση που έδωσε μετά την απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης να επικυρώσει το μνημόνιο είναι αποκαλυπτική.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο παρέμεινε ίδιο. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ όμως άλλαξε.
Στην απάντηση που έδωσε στην ΕΡΤ την Τετάρτη το απόγευμα, ο εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου πρόταξε για ακόμη μία φορά το δόγμα της οικονομικής διπλωματίας σε βάρος του διεθνούς δικαίου. Η επίλυση των θαλάσσιων ζητημάτων, ανέφερε, «ανοίγει τον δρόμο για εμπορικές επενδύσεις και έρευνες που θα ωφελήσουν ολόκληρη την περιοχή της Μεσογείου».
Από την απάντηση απουσίαζε οποιαδήποτε αναφορά στο διεθνές δίκαιο ή στα δικαιώματα των νησιών. Η Ελλάδα και η Τουρκία καλούνταν απλώς να τα βρουν μέσω «καλόπιστων διαπραγματεύσεων».
Τι έλεγε η Ουάσιγκτον στην πρώτη θητεία Τραμπ
Η εικόνα απέχει από εκείνη της περιόδου που ξεκίνησε με την υπογραφή του μνημονίου το 2019 και κορυφώθηκε με την ελληνοτουρκική κρίση το καλοκαίρι του 2020. Τότε, επί της πρώτης θητείας Τραμπ, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αμφισβητούσε ευθέως συγκεκριμένες τουρκικές διεκδικήσεις.
Στις 15 Ιανουαρίου 2020, απαντώντας στο ΑΠΕ, το αμερικανικό υπουργείου Εξωτερικών είχε επικαλεστεί για πρώτη φορά τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, παρότι οι ΗΠΑ δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος σε αυτήν.
«Σε αντίθεση με όσα προτείνει η Τουρκία, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο όπως αποκρυσταλλώνεται στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, τα νησιά έχουν γενικά δικαίωμα στην ΑΟΖ και στην ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα στον ίδιο βαθμό με οποιαδήποτε άλλη χερσαία περιοχή», είχε αναφέρει τότε χαρακτηριστικά.
Ακολούθησε ένα μπαράζ άλλων δηλώσεων που έκαναν σαφή αναφορά στο διεθνές δίκαιο, χαρακτήριζαν χωρίς περιστροφές το τουρκολιβυκό μνημόνιο μη εποικοδομητικό και προκλητικό και τόνιζαν «ότι το εν λόγω μνημόνιο κατανόησης δεν μπορεί, από νομικής άποψης, να επηρεάσει τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις τρίτων κρατών, όπως η Ελλάδα».
Πίσω από αυτή τη στάση υπήρχε μια στρατηγική αντίληψη που είχε εκφράσει ήδη από το 2018 ο Γουές Μίτσελ, τότε αρμόδιος για την Ευρώπη και την Ευρασία στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Σε κλειστή ενημέρωση που είχε γίνει τότε στην Ουάσιγκτον, συνέδεε την αντίδραση των ΗΠΑ στις τουρκικές ενέργειες στην Ανατολική Μεσόγειο με τις προκλήσεις που αντιμετώπιζαν στη Νότια Σινική Θάλασσα. Η αμερικανική διπλωματία δεν μπορούσε να παραβλέπει τη συμπεριφορά της Τουρκίας και ταυτόχρονα να απαιτεί από την Κίνα σεβασμό στους διεθνείς κανόνες.
Στο «The Unquiet Frontier», που συνέγραψε με τον Γιάκουμπ Γκρίγκιελ, ο Μίτσελ είχε αναπτύξει τη σκέψη ότι οι αντίπαλοι των ΗΠΑ δοκιμάζουν την αποφασιστικότητα της Ουάσιγκτον πιέζοντας μικρότερους συμμάχους της. Η αμερικανική αδράνεια ενθαρρύνει νέες διεκδικήσεις και διαβρώνει την εμπιστοσύνη των εταίρων της.
Στην Ανατολική Μεσόγειο, αυτή η συλλογιστική έδινε στρατηγικό περιεχόμενο στην υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου. Η ανοχή στην αμφισβήτηση των δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου μπορούσε να υπονομεύσει την αμερικανική αξιοπιστία και σε άλλα μέτωπα. Υπό αυτό το πρίσμα, η διατήρηση σχέσεων με την Άγκυρα δεν απαιτούσε να αντιμετωπίζονται ως εξίσου βάσιμες οι αντικρουόμενες θέσεις.
Ο Μίτσελ αποχώρησε τον Φεβρουάριο του 2019, πριν από την υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου. Η σαφής διαφοροποίηση από τις τουρκικές θέσεις συνεχίστηκε, όμως, και μετά την αποχώρησή του.
Τον Ιούλιο του 2020, ο Μάθιου Πάλμερ έλεγε σε Έλληνες ανταποκριτές ότι «η αντίληψη της Τουρκίας για το νομικό πλαίσιο είναι διαφορετική από τη δική μας». Πρόσθετε ότι διέφερε από εκείνη και εξηγούσε ότι η αμερικανική διπλωματία είχε μεταφέρει τις ανησυχίες της στην Άγκυρα τόσο δημόσια όσο και ιδιωτικά.
Το «παράπονο» του Τούρκου πρέσβη
Η ενόχληση της Άγκυρας για αυτή την αλλαγή στον δημόσιο τόνο της Ουάσιγκτον είχε καταγραφεί και κατά την επίσκεψη του Τούρκου διπλωμάτη Τσαγατάι Ερτζιγιές στην αμερικανική πρωτεύουσα τον Φεβρουάριο του 2020. Ο κ. Ερτζιγιές, ο οποίος έγινε αργότερα ιδιαίτερα γνωστός στη χώρα μας καθώς υπηρέτησε ως πρέσβης της Τουρκίας στην Αθήνα, είχε εκφράσει τότε το «παράπονο» ότι οι ΗΠΑ έδιναν το τελευταίο διάστημα την εντύπωση πως είχαν αποκλίνει από την πάγια πολιτική των ίσων αποστάσεων.
Όπως είχε δηλώσει, η Τουρκία δεν επιζητούσε κάποια αμερικανική παρέμβαση υπέρ των δικαιωμάτων της, αλλά ζητούσε από την Ουάσιγκτον να κάνει αυτό που έκανε πάντα. Να μείνει δηλαδή αυστηρά ουδέτερη, χωρίς να παρεμβαίνει ή να τοποθετείται για το περιεχόμενο των διαφορών με την Ελλάδα.
Ποιος διαμορφώνει σήμερα την πολιτική στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ
Η προσωπική σχέση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ταγίπ Ερντογάν υπήρχε και στην πρώτη θητεία. Δεν αρκεί, συνεπώς, για να εξηγήσει τη σημερινή μεταβολή. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ο χώρος που διαθέτουν οι υπόλοιποι παράγοντες της αμερικανικής κυβέρνησης για να διαμορφώνουν την πολιτική.
Στην πρώτη θητεία, ένας Λευκός Οίκος απορροφημένος από διαδοχικές εσωτερικές κρίσεις άφηνε περιθώρια σε αξιωματούχους με συγκεκριμένες ιδέες και πολιτικό βάρος. Ιδιαίτερα επί Μάικ Πομπέο, στελέχη του Στέιτ Ντιπάρτμεντ μπορούσαν να προωθούν μια περιφερειακή στρατηγική και να υπερασπίζονται δημόσια τις επιλογές της. Ο Μίτσελ ήταν χαρακτηριστική περίπτωση ανθρώπου που γνώριζε τι ήθελε να κάνει με το χαρτοφυλάκιό του.
Σήμερα, από τις διπλωματικές συνομιλίες στην Ουάσιγκτον προκύπτει διαφορετική εικόνα. Οι πρεσβείες εξακολουθούν να συνομιλούν κανονικά με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Δεν έχουν όμως την ίδια βεβαιότητα ότι οι θέσεις που ακούν διαθέτουν την απαραίτητη πολιτική κάλυψη και θα αντέξουν σε μια διαφορετική κατεύθυνση από τον Λευκό Οίκο.
Έμπειρα στελέχη έχουν αποχωρήσει και η διάθεση ανάληψης πρωτοβουλιών έχει περιοριστεί. Η αποφυγή της έκθεσης απέναντι στον πρόεδρο επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο μηχανισμός. Μια γενική έκκληση για διάλογο είναι ασφαλέστερη από μια δήλωση που αμφισβητεί ευθέως τις θέσεις ενός ηγέτη τον οποίο ο Τραμπ επαινεί συστηματικά.
Άλλωστε, η απαίτηση για πιστή ευθυγράμμιση έχει αποτυπωθεί και θεσμικά. Το διάταγμα «One Voice for America’s Foreign Relations», της 12ης Φεβρουαρίου 2025, προβλέπει ότι η μη πιστή εφαρμογή της προεδρικής πολιτικής μπορεί να επιφέρει πειθαρχικά μέτρα, ακόμη και απομάκρυνση.
Η απόσταση ανάμεσα στις δύο θητείες αφορά τόσο τις προτεραιότητες του Λευκού Οίκου όσο και τη δυνατότητα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ να τις επηρεάζει. Το 2020, η Ουάσιγκτον εξηγούσε στην Άγκυρα τι προβλέπει το διεθνές δίκαιο. Σήμερα, εξηγεί στην Αθήνα και στην Άγκυρα πόσα μπορούν να κερδίσουν αν συμφωνήσουν.
Από το διεθνές δίκαιο στα επιχειρηματικά deals, λοιπόν, δύο θητείες του ίδιου Προέδρου δρόμος.
Ο Πέτρος Κασφίκης είναι διαπιστευμένος ανταποκριτής στον Λευκό Οίκο και στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τον τηλεοπτικό σταθμό MEGA και την εφημερίδα Το Βήμα. Για τις τελευταίες εξελίξεις από την Ουάσιγκτον μπορείτε να κάνετε εγγραφή στο κανάλι του στο YouTube: youtube.com/c/PKas?sub_confirmation=1




