ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ – Του Πέτρου Κασφίκη, ΤΟ ΒΗΜΑ –
Στη Μινεσότα, η προοδευτική υποψήφια Πέγκι Φλάναγκαν κέρδισε το χρίσμα των Δημοκρατικών για τη Γερουσία με διαφορά σχεδόν είκοσι μονάδων από την πιο μετριοπαθή Άντζι Κρεγκ. Στο γειτονικό Ουισκόνσιν, η δημοκρατική σοσιαλίστρια Φραντσέσκα Χονγκ έφτασε μόλις λίγες χιλιάδες ψήφους πριν από το χρίσμα για την θέση του κυβερνήτη. Η μία κέρδισε καθαρά, η άλλη έχασε οριακά. Και τα δύο όμως αποτελέσματα επιβεβαιώνουν ότι το ερώτημα για τους Δημοκρατικούς δεν είναι πλέον αν η προοδευτική τους πτέρυγα έχει δύναμη, αλλά πόση.
Σχεδόν μια εβδομάδα νωρίτερα, το Μίσιγκαν είχε ήδη δείξει την κατεύθυνση προς την οποία αλλάζει ο εσωκομματικός συσχετισμός. Ο«προοδευτικός καπιταλιστής, όπως αποκαλείται, Αμπντούλ Ελ Σάγεντ νίκησε τη Χέιλι Στίβενς, παρά τη στήριξη που εκείνη είχε από ισχυρά στελέχη του κόμματος και παρά τα δεκάδες εκατομμύρια δολάρια προεκλογικών δαπανών που ευνόησαν την υποψηφιότητά της. Πλέον οι προοδευτικοί μετρούν νίκες και έχοντας τον αέρα των εσωκομματικών εκλογών στα πανιά τους διεκδικούν όλο και περισσότερο λόγο στην κατεύθυνση του κόμματος.
Τον Νοέμβριο όμως όλοι γνωρίζουν ότι το ακροατήριο αλλάζει. Οι προοδευτικοί υποψήφιοι θα πρέπει να βγουν πέρα από την εκλογική βάση που τους ανέδειξε και να πείσουν τους ανεξάρτητους και αναποφάσιστους να τους ψηφίσουν. Αυτό θα είναι το κρας τεστ των ενδιάμεσων εκλογών, όπου οι επιδώσεις που θα έχουν θα επηρεάσουν είτε με τον έναν είτε με τον άλλο τρόπο τις εσωκομματικές εξελίξεις.
Η σύγκρουση για το ποιος θα ορίσει το μέλλον των Δημοκρατικών είναι πλέον ανοιχτή. «Το Δημοκρατικό Κόμμα πρέπει να αλλάξει», διαμηνύει ο Ζόραν Μαμντάνι, ενώ ο Μπέρνι Σάντερς βλέπει μια εξέγερση ψηφοφόρων «κουρασμένων και αηδιασμένων από την πολιτική του κατεστημένου και του status quo».
Μέχρι τώρα, το ισχυρότερο επιχείρημα του κομματικού κέντρου ήταν ότι οι προοδευτικοί μπορεί να κερδίζουν τη βάση, αλλά δύσκολα κερδίζουν τη χώρα. Τώρα αμφισβητείται και αυτό. Ο σοσιαλδημοκράτης βουλευτής Ρο Κάνα το έθεσε χωρίς περιστροφές. «Οι τελευταίοι που έχουν δικαίωμα να μας κάνουν μαθήματα περί εκλογιμότητας είναι το κατεστημένο που έχασε δύο φορές από τον Ντόναλντ Τραμπ».
Βεβαίως οι κεντρώοι Δημοκρατικοί απαντούν ότι μερικές εντυπωσιακές νίκες στις προκριματικές εκλογές δεν αρκούν για να αλλάξουν ένα εθνικό κόμμα. Ο Χακίμ Τζέφρις, επικεφαλής της μειοψηφίας στη Βουλή, έχει απορρίψει την ιδέα ότι τέτοια αποτελέσματα θα καθορίσουν τι είναι οι Δημοκρατικοί στη Βουλή.
Μετά τη νίκη του Ελ Σάγεντ, η Χίλαρι Κλίντον έθεσε το πρόβλημα πιο πρακτικά λέγοντας ότι το μεγάλο ερώτημα είναι αν όσοι ψήφισαν τον αντίπαλο του και, κυρίως οι ανεξάρτητοι, θα αισθανθούν αρκετά άνετα ώστε να τον στηρίξουν τον Νοέμβριο. Προειδοποίησε μάλιστα ότι η επίθεση περί «κομμουνιστών» και «σοσιαλιστών» έχει ακόμα κοινό στο οποίο μπορεί να βρει ευήκοα ώτα, καθώς άλλο είναι να κερδίζει η αριστερά τους Δημοκρατικούς και άλλο την Αμερική.
Στο Μίσιγκαν, πάντως, η σκληρή προκριματική αναμέτρηση τελείωσε με ανακωχή. Στο τελευταίο ντιμπέιτ, ο Ελ Σάγεντ είχε συνδέσει ευθέως τον τρόπο με τον οποίο ψήφιζε η αντίπαλος του με τα εκατομμύρια που δαπανούσαν οργανώσεις συνδεδεμένες με την AIPAC υπέρ της υποψηφιότητάς της. Μετά τη νίκη του συνέχισε να μιλά για μια σύγκρουση των πολλών με το χρήμα, αλλά κάλεσε τους Δημοκρατικούς να ενωθούν. Η αντίπαλος του δήλωσε ότι θα τον στηρίξει. Το ίδιο και ο Τσακ Σούμερ, ενώ λίγες ημέρες αργότερα επικοινώνησε μαζί του και ο Μπαράκ Ομπάμα. Ο Ελ Σάγεντ δεν πήρε πίσω όσα είπε. Ο υποψήφιος όμως που κέρδισε πολεμώντας το κομματικό κατεστημένο πρέπει τώρα να κερδίσει την στήριξη του για τις εκλογές του Νοεμβρίου.
Η κομματική στήριξη όμως, που πολλές φορές υπαγορεύεται και από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, δεν λύνει από μόνη της το πρόβλημα. Άλλο η δήλωση ενότητας μετά τις προκριματικές και άλλο να ακολουθήσουν τον νικητή οι ψηφοφόροι της ηττημένης πλευράς. Η Χίλαρι Κλίντον το διαπίστωσε από πρώτο χέρι το 2016 όταν ο ΜπέρνιΣάντερς τη στήριξε απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ, χωρίς όμως όλοι οι ψηφοφόροι του να τον ακολουθήσουν.
Και αυτή τη φορά το ρήγμα δεν βρίσκεται μόνο στους ψηφοφόρους. Ο Τζέιμς Κάρβιλ, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές της παλιάς φρουράς των Δημοκρατικών, έχει φτάσει να ρωτά γιατί οι δημοκρατικοί σοσιαλιστές αποκαλούν τους εαυτούς τους Δημοκρατικούς, λέγοντας ουσιαστικά ότι θα έπρεπε να κρατήσουν τη δική τους πολιτική ταυτότητα. Σε άλλη παρέμβασή του μίλησε ανοιχτά για ρήγμα μέσα στο κόμμα.
Οι αριθμοί περιπλέκουν ακόμη περισσότερο αυτή τη σύγκρουση και δείχνουν γιατί αυτή η μάχη δεν χωρά εύκολα στις παλιές ταμπέλες. Μεταξύ των ανεξάρτητων, το 64% υποστηρίζει υψηλότερη φορολογία στις επιχειρήσεις και στους δισεκατομμυριούχους και το 60% κρατικά παρεχόμενη υγειονομική κάλυψη για όλους. Όταν όμως μπαίνει η ταμπέλα του «δημοκρατικού σοσιαλισμού», το 43% δηλώνει ότι θα ήταν λιγότερο πιθανό να ψηφίσει έναν τέτοιο υποψήφιο, έναντι 22% που λέει το αντίθετο. Οι οικονομικές θέσεις της προοδευτικής πτέρυγας φαίνεται επομένως να έχουν μεγαλύτερη απήχηση από την ιδεολογική ταυτότητα που συχνά τις συνοδεύει.
Με αυτά τα στοιχεία, τα τελευταία εκλογικά αποτελέσματα δεν συνιστούν κατ’ ανάγκην μια ξεκάθαρη στροφή των Δημοκρατικών προς τον σοσιαλισμό. Η εικόνα που προκύπτει από το Μίσιγκαν, τη Μινεσότα και το Ουισκόνσιν είναι πιο σύνθετη. Όπως πολλοί αναλυτές παρατηρούν, πίσω από τις επιτυχίες των προοδευτικών ίσως να βρίσκεται περισσότερο μια δίψα για πολιτική αλλαγή παρά μια καθαρή ιδεολογική μετατόπιση. Ο αναλυτής του CNN Φαρίντ Ζακάρια το συνόψισε ίσως πιο εύστοχα, εξηγώντας ότι «η αριστερά έχει την ενέργεια, αλλά το κέντρο εξακολουθεί να κρατά τους απαραίτητους ψήφους».
Ο Πέτρος Κασφίκης είναι διαπιστευμένος ανταποκριτής στον Λευκό Οίκο και στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τον τηλεοπτικό σταθμό MEGA και την εφημερίδα Το Βήμα. Για τις τελευταίες εξελίξεις από την Ουάσιγκτον μπορείτε να κάνετε εγγραφή στο κανάλι του στοYouTube: youtube.com/c/PKas?sub_confirmation=1




