ΑΣΤΟΡΙΑ, ΝΥ – GNUSA [Φώτος: GANP/ Δημήτρης Πανάγος]
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα διάλεξη με τίτλο «Η Κύπρος στη Φωτιά του 1821: Μαρτύριο, Διασπορά και ο Πανελλήνιος Αγώνας για την Ελευθερία» παρουσιάστηκε από τον Πρόεδρο της Παρέλασης, Ηλία (Λου) Κάτσο, μετά την Πανομογενειακή Συνάντηση της Παρέλασης την Πέμπτη 2 Απριλίου, στο Σταθάκειο Πολιτιστικό Κέντρο στην Αστόρια.
Ήταν η 10η μιας σειράς διαλέξεων που εμπλούτισαν την φετινή πορεία προετοιμασίας της παρέλασης που είναι προγραμματισμένη για την Κυριακή 26 Απριλίου στην Πέμπτη Λεωφόρο του Μανχάτταν. Ηταν δε η 7η που παρουσίασε ο ίδιος ο Λου Κάτσος και ήταν αφιερωμένη στην Κύπρο, τιμώντας την επέτειο της 1ης Απριλίου και τον αγώνα της ΕΟΚΑ.

Στην παρουσίασή του, ο κ. Κάτσος ανέλυσε τον ρόλο και τις θυσίες της Κύπρου στο ευρύτερο πλαίσιο της Ελληνικής Επανάστασης, επισημαίνοντας ότι η συμβολή του νησιού, αν και συχνά παραγνωρισμένη, υπήρξε ουσιαστική και πολυδιάστατη.
«Η ιστορία τους δεν είναι ιστορία απουσίας, αλλά παρουσίας υπό περιορισμό. Οχι σιωπής, αλλά συμμετοχής υπό κίνδυνο. Οχι απόστασης, αλλά βαθιάς και αδιάλειπτης σύνδεσης», ανέφερε ο κ. Κάτσος, προσθέτοντας ότι «η Κύπρος δεν έμεινε αποκομμένη από την Επανάσταση. Στάθηκε μέσα σε αυτήν».
«Παρόλο που η ίδια η Κύπρος δεν έγινε ένα από τα κύρια πεδία μαχών του πολέμου, το νησί συνέβαλε με πολλούς τρόπους: μέσω συνδέσμων με τη Φιλική Εταιρεία, μέσω εθελοντικής υπηρεσίας σε επαναστατικούς στρατούς και στόλους, μέσω οικονομικής και υλικοτεχνικής υποστήριξης από τη διασπορά, μέσω απόπειρας δράσης στο ίδιο το κυπριακό έδαφος και μέσω του μαρτυρίου της θρησκευτικής και πολιτικής ηγεσίας της», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Κάτσος.

«Στις 9 Ιουλίου 1821», πρόσθεσε, «η οθωμανική διοίκηση διέταξε την εκτέλεση της ελληνικής ηγεσίας του νησιού. Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός απαγχονίστηκε. Μαζί του εκτελέστηκαν ο Χρύσανθος της Πάφου, ο Μελέτιος του Κιτίου και ο Λαυρέντιος της Κερύνειας. Ακολούθησαν οι λαϊκοί ηγέτες, ο Χατζή Σάββας Χατζησάββας, ο Παναγιώτης Οικονόμος, ο Πέτρος Οικονομίδης και πολλοί άλλοι. Οι δολοφονίες δεν τελείωσαν σε μια μέρα. Συνεχίστηκαν για εβδομάδες. Δεν ήταν απλώς καταστολή, ήταν μια προσπάθεια εξάλειψης της ηγεσίας, αποτροπής της πιθανότητας, εξάλειψης του δυναμικού πριν αυτό γίνει πράξη».
«Ωστόσο, η ιστορία θα το θυμόταν διαφορετικά», τόνισε ο κ. Κάτσος, «όχι ως καταστολή, αλλά ως θυσία. Πριν από την εκτέλεσή του, ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός είπε λόγια που θα ξεπερνούσαν τη στιγμή:«Ο Ελληνισμός είναι μια φυλή που συνυπάρχει με τον κόσμο… κανείς δεν θα τον καταστρέψει ποτέ»».

Γι’ αυτό το καλοκαιρινό πρωινό του Ιουλίου 1821, όταν οι καμπάνες της Λευκωσίας χτυπούσαν όχι για λατρεία, αλλά για θάνατο, μίλησε στη συνέχεια, μέσα από το ποίημα «Η 9η Ιουλίου 1821» του εθνικού ποιητή της Κύπρου, Βασίλη Μιχαηλίδη, ο Καθηγητής Χρήστος Π. Ιωαννίδης, πρώην Διευθυντής του Κέντρου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών στο Queens College (CUNY), απαγγέλλοντας το μάλιστα στην κυπριακή διάλεκτο.
Στην εκδήλωση παρέστη και ο πρόεδρος της ΠΣΕΚΑ και του Παγκυπρίου Συνδέσμου, Φίλιπ Κρίστοφερ, ο οποίος σημείωσε στο χαιρετισμό του ότι «η Κύπρος υπήρξε πάντοτε αναπόσπαστο κομμάτι του Ελληνισμού» και υπενθύμισε ότι «ένα κομμάτι του Ελληνισμού, το 36% της Κυπριακής Δημοκρατίας, παραμένει υπό κατοχή από τουρκικά στρατεύματα», τονίζοντας ότι μόνο η ελληνική διασπορά διαθέτει τη δύναμη και την επιρροή να συμβάλει στην απελευθέρωση της Κύπρου.





