ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ – του Πέτρου Κασφίκη, ΤΟ ΒΗΜΑ – [Φώτος: Ευγενική παραχώρηση Μαξ Νικία]
Η εικόνα επιστρέφει ξανά και ξανά στο μυαλό του Μαξ Νικία. Είναι δεκαετία του ’50 και στο Κώμη Κεπήρ, ένα μικρό χωριό της Κύπρου, εμφανίστηκε μια πρόχειρα χαραγμένη γραμμή στον τοίχο του τουρκοκυπριακού σχολείου. Από κάτω υπήρχε μόνο μια λέξη. Taksim.
Ο ίδιος είναι μόλις πέντε ετών και νιώθει το χέρι που τον κρατάει να σφίγγεται. Δεν καταλαβαίνει το σύνθημα που μιλάει για διχοτόμηση. Το θυμάται όμως μέχρι σήμερα γιατί όπως λέει δεν μπόρεσε ποτέ να ξεχάσει τον φόβο που αντίκρισε στο πρόσωπο της μητέρας του.
Δεκαετίες αργότερα και πολύ μακριά από το χωριό του, ο Μαξ Νικίας έχει φτάσει στην κορυφή ενός από τα μεγαλύτερα αμερικανικά πανεπιστήμια, έχοντας αναρριχηθεί στη θέση του προέδρου του University of Southern California (USC).
Στο νέο του βιβλίο, με τον τίτλο «Αμερικανός Τρώας», επιχειρεί να συνδέσει αυτές τις δύο αφετηρίες. Την προσωπική εμπειρία ενός παιδιού που μεγάλωσε σε ένα μικτό χωριό της Κύπρου και την οπτική ενός ανθρώπου που είδε από την πρώτη γραμμή την αμερικανική ανώτατη εκπαίδευση να αλλάζει.
Η αντίφαση του τίτλου δεν περνάει απαρατήρητη. Όπως θυμάται, σε μια τελετή στο Λος Άντζελες, ένας Αμερικανός βουλευτής είχε σχολιάσει αστειευόμενος: «να επιτέλους ένας Έλληνας στην ηγεσία της Τροίας».
Ο λόγος είναι ότι στο USC, η μασκότ είναι ένας Τρώας. Λίγο αργότερα, ο στρατηγός Ντέιβιντ Πετρέους διαβάζοντας το χειρόγραφο του βιβλίου πάτησε πάνω στην ταυτότητα του πανεπιστημίου για να δώσει τη δική του εκδοχή. «Μου είπε, Μαξ, έχεις τον λάθος τίτλο. Είσαι ο Αμερικανός Τρώας».

Το Τοπίο στην Αμερικανική Ανώτατη Εκπαίδευση
Η συζήτηση για το βιβλίο ξεκινάει μοιραία από την ανώτατη εκπαίδευση, όπου περιγράφει με μελανά χρώματα κάποιες από τις σύγχρονες τάσεις. «Τα τελευταία όμως χρόνια φτάσαμε σε ένα σημείο όπου η ελευθερία του λόγου ισχύει μόνο για όσα συμφωνούμε», λέει. «Το λεγόμενο cancel culture που έχει εδραιωθεί τα τελευταία χρόνια έχει αποδειχθεί καταστροφικό για την αμερικανική ανώτατη εκπαίδευση».
Η παρατήρηση δεν διατυπώνεται με οξύτητα. Είναι όμως απόλυτη. Στο βιβλίο του ξεκινά με μια φράση από το The Sun Also Rises του Ernest Hemingway. «Πώς χρεοκόπησες; Με δύο τρόπους: σταδιακά και μετά ξαφνικά». «Αυτό που παρακολουθούμε τα τελευταία τρία με τέσσερα χρόνια στα αμερικανικά πανεπιστήμια είναι αυτό το ξαφνικό στάδιο», εκτιμά ο Νικίας.
Βεβαίως η κρίση δεν είναι μόνο ιδεολογική. Τα τελευταία χρόνια, το κόστος φοίτησης σε κορυφαία ιδιωτικά αμερικανικά πανεπιστήμια προσεγγίζει ή και ξεπερνά τα 90.000 δολάρια ετησίως. Ο ίδιος είναι περήφανος για το πώς αύξησε την οικονομική βοήθεια για τους μαθητές του USC. Τα επιτεύγματα όμως που παρουσιάζει στο βιβλίο μοιάζουν περισσότερο με εξαίρεση παρά με κανόνα.
Αναπόφευκτα, η συζήτηση επεκτείνεται στην πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στα ακαδημαϊκά ιδρύματα. Οι τίτλοι των εφημερίδων κάνουν λόγο για ιδεολογική βεντέτα, πολιτικές που ισοδυναμούν με κήρυξη πολέμου στην έρευνα και μαζική έξοδο επιστημόνων από τις ΗΠΑ.
Ο Μαξ Νικίας δεν εμφανίζεται να συμμερίζεται πλήρως αυτή την εικόνα. Σχετικά με την απόφαση της κυβέρνησης να σταματήσει να καλύπτει τα λειτουργικά έξοδα που συνδέονται με τις ερευνητικές επιχορηγήσεις, σημειώνει ότι στην αρχή θα προκληθούν αναταράξεις, αλλά στο τέλος θεωρεί ότι η κατάσταση θα εξομαλυνθεί. Για τη συζήτηση περί «φυγής εγκεφάλων», εμφανίζεται επιφυλακτικός. «Θα το πιστέψω όταν το δω», λέει χαρακτηριστικά.
Αυτό που τον ανησυχεί περισσότερο δεν είναι η εξωτερική πίεση. Είναι η εσωτερική απορρύθμιση του ίδιου του συστήματος. Όπως λέει, τα πανεπιστήμια έπαψαν να είναι ουδέτεροι χώροι διακίνησης ιδεών γιατί πολιτικοποιήθηκαν.
«Το να απαιτείται από τον πρόεδρο ενός πανεπιστημίου να παίρνει θέση για κάθε πολιτικό ζήτημα αποτελεί συνταγή καταστροφής. Αν δεν υπάρξει αυτορρύθμιση, αν δεν γίνει μια ειλικρινής αυτοαξιολόγηση, τότε θα επέμβουν άλλοι. Με άλλα λόγια, προσκαλείς εσύ ο ίδιος την κυβέρνηση να έρθει να σε ρυθμίσει».
Και αυτό ακριβώς, λέει, βλέπουμε να συμβαίνει με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη δικαστική αντιπαράθεση του πανεπιστημίου Harvard με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση που κατά τον Νικία ήταν «μεγάλο λάθος».

Κλασικές Σπουδές σε Ελεύθερη Πτώση στις ΗΠΑ
Η αγάπη του για τις κλασικές σπουδές δεν κρύβεται. Τις θεωρεί όχι απλώς εργαλείο για την γνώση του παρελθόντος, αλλά ως μέσο κατανόησης του παρόντος. Στο USC, ακόμη και ως πρόεδρος, δίδασκε μαθήματα για την αθηναϊκή δημοκρατία και τις τραγωδίες του Σοφοκλή. «Η ανθρώπινη φύση δεν αλλάζει», λέει. «Η ηγεσία είναι, πάνω απ’ όλα, η κατανόηση της ανθρώπινης φύσης».
Σήμερα, βλέπει με ανησυχία την πάλαι ποτέ ναυαρχίδα των ακαδημαϊκών σπουδών στις ΗΠΑ να υποχωρεί στο περιθώριο. Για παράδειγμα, τα πτυχία κλασικών σπουδών στην Αμερική έχουν μειωθεί από 1.200 ετησίως στις αρχές της δεκαετίας του 2010 σε κάτω από 750 σήμερα. Την ίδια στιγμή τμήματα συνεχίζουν να κλείνουν σε όλη τη χώρα. «Έχουν χαρακτηριστεί ως καταπιεστικές, κάτι που είναι απολύτως απαράδεκτο», λέει. «Όποιος το υποστηρίζει αυτό, σημαίνει ότι δεν έχει διαβάσει τους κλασικούς».
Ο ίδιος το έζησε από μέσα. Όταν προσπάθησε να επανεντάξει κλασικά μαθήματα στον κορμό της γενικής παιδείας του USC, συνάντησε την αντίσταση του κινήματος «woke». Μέρος του διδακτικού προσωπικού πρότεινε αντ’ αυτού ένα υποχρεωτικό μάθημα για τα συνδικάτα του Χόλιγουντ τη δεκαετία του 1930. «Κατανοώ ότι μπορεί να είναι ένα ενδιαφέρον μάθημα επιλογής», λέει. «Αλλά υποχρεωτικό, στη θέση των Ηθικών Νικομαχείων του Αριστοτέλη; Αυτό εγείρει ερωτήματα για τις προτεραιότητες του πανεπιστημίου».
Η ανησυχία του ξεπερνά την ακαδημαϊκή διαμάχη. «Οι ιδρυτές της Αμερικανικής Δημοκρατίας ήταν βαθιά μορφωμένοι στις ελληνορωμαϊκές κλασικές σπουδές», σημειώνει. «Πώς μπορεί κανείς να κατανοήσει το ίδιο το Σύνταγμα χωρίς γνώση της αθηναϊκής δημοκρατίας;»
Η Αμερική του Τραμπ και οι Ελληνοαμερικανικές Σχέσεις
Η συζήτηση μεταφέρεται αναπόφευκτα στην πολιτική. Στο ερώτημα για το αν έχει θέσει το ζήτημα της Κύπρου στους «ισχυρούς» συνομιλητές του, δίνει την εντύπωση ότι θέλει να επικεντρώνεται περισσότερο στο μέλλον παρά στο παρελθόν.
Επισημαίνει τη σημασία του σχήματος «3+1» μεταξύ Κύπρου, Ελλάδας, Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο χαρακτηρίζει «ένα πραγματικά αξιοσημείωτο επίτευγμα» αν το δει κανείς σε βάθος δεκαετιών.
Όταν ερωτάται τι παρερμηνεύει η Ευρώπη για την Αμερική, χαμογελά. «Παρακολουθώ ευρωπαϊκά έντυπα και άρθρα, και συχνά δεν βλέπω σχεδόν τίποτα θετικό», λέει. «Και αυτό με εκπλήσσει, και όχι λίγο, αλλά πολύ».
Πιο σαφής είναι όταν η ερώτηση αφορά την Ελλάδα και την Κύπρο. «Υπάρχει μία μόνο δύναμη που μπορεί να συγκρατήσει την Τουρκία στο Αιγαίο. Και αυτή δεν είναι άλλη από τις Ηνωμένες Πολιτείες».

Οι «Άτυποι Πρέσβεις» της Ελλάδας
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οργάνωσε υπό την αιγίδα της αμερικανικής πρεσβείας και των Ηνωμένων Εθνών μια δικοινοτική διάσκεψη στη νεκρή ζώνη της Κύπρου, με τη συμμετοχή 50 επαγγελματιών από κάθε πλευρά. Όπως θυμάται, «ήταν η πρώτη φορά που συναντήθηκαν μετά το 1974».
Σε μια περίοδο όπου η διέλευση από την Πράσινη Γραμμή δεν ήταν ακόμη ελεύθερη, η πρωτοβουλία αυτή δεν είχε μόνο ακαδημαϊκό χαρακτήρα. Στο τέλος, ο Αμερικανός πρέσβης οργάνωσε τη μετάβασή του στα κατεχόμενα, όπου ο Νικίας συναντήθηκε μόνος του με τον Ντενκτάς.Δεν πρόκειται για μια μεμονωμένη ιστορία, καθώς η ομογένεια λειτουργεί συχνά ως ένα άτυπο δίκτυο επιρροής που ανοίγει διαύλους που δεν είναι πάντα διαθέσιμοι μέσω της επίσημης διπλωματίας.
Για παράδειγμα, ο Τάσος Ζαμπάς από το Νιου Τζέρσεϊ έφερε τον φίλο του Μπομπ Μενέντεζ στην ελληνική κοινότητα πριν αυτός εξελιχθεί στον ισχυρό άνδρα της Επιτροπής Διεθνών Σχέσεων της Γερουσίας. Κατά παρόμοιο τρόπο, ο Ντέιβιντ Λεόπουλος από το Αρκάνσας άνοιξε πόρτες που κανείς δεν φανταζόταν όταν ο παιδικός του φίλος Μπιλ Κλίντον έγινε ένοικος του Οβάλ Γραφείου.
Πίσω από πολλές κρίσιμες στιγμές στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, συχνά κρύβεται μια τέτοια φιλία. Ο ίδιος ο Νικίας είναι φειδωλός και αποφεύγει να μιλάει για τέτοιες ιστορίες. Στους ελληνικούς κύκλους της Ουάσιγκτον, όμως, το όνομα του ψιθυριζόταν από το καλοκαίρι του 2020, όταν Ελλάδα και Τουρκία είχαν κατεβάσει σημαντικές ναυτικές δυνάμεις στο Αιγαίο.
Η τότε πρέσβειρα Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου προσπαθούσε να αποκτήσει πρόσβαση στον σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας Ρόμπερτ Ο’ Μπράιεν, κάτι εξαιρετικά δύσκολο, καθώς βάσει πρωτοκόλλου δεν συνομιλούσε με πρέσβεις. Η Παπαδοπούλου κατέφυγε τότε στο «πυρηνικό όπλο» της Ελλάδας. Την ομογένεια.
Δεν άργησε να φτάσει στα ίχνη του Μαξ Νικία, ο οποίος είχε προσωπική φιλική σχέση με τον Ο’ Μπράιεν. Από το Air Force One, ο σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας τηλεφώνησε στην Παπαδοπούλου, ενημερώθηκε για τις ελληνικές θέσεις, με τον πρόεδρο Τραμπ να στέκεται δίπλα του. Σύντομα η αποκλιμάκωση επιτεύχθηκε, και σε μια κίνηση διπλωματικής αβρότητας ο ίδιος ο Τραμπ τηλεφώνησε στον Μητσοτάκη.

Η «Ανοιχτή Πληγή» του 1974
Η προσωπική του εμπειρία από την Κύπρο δεν περιορίζεται στις παιδικές μνήμες.
Το 1974, βρέθηκε εγκλωβισμένος στην Αθήνα την ημέρα που εκδηλώθηκε το πραξικόπημα. Η σύζυγός του είχε φτάσει στην Κύπρο μία ημέρα νωρίτερα, με την τελευταία πτήση που προσγειώθηκε στη Λευκωσία πριν από την εισβολή. Μιλώντας για εκείνες τις μέρες, το όνομα της συζύγου του Νίκης επανέρχεται συνεχώς. Δεν το κρύβει άλλωστε το πόσο καθοριστική υπήρξε η παρουσία της στη ζωή του.
Τη σειρά Famagusta του Mega δεν την είδε ούτε αυτός ούτε η Νίκη, αν και έχει ακούσει καλά σχόλια. «Για τον περισσότερο κόσμο είναι μια ιστορία. Για εμάς όμως είναι η ζωή μας».
Δεν υψώνει τον τόνο. Δεν δραματοποιεί. Απλώς περιγράφει με την στεντόρεια φωνή, την κυπριακή προφορά και το χαρακτηριστικό χαμόγελο του.
Ο Πέτρος Κασφίκης είναι διαπιστευμένος ανταποκριτής στον Λευκό Οίκο και στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τον τηλεοπτικό σταθμό MEGA και την εφημερίδα Το Βήμα. Για τις τελευταίες εξελίξεις από την Ουάσιγκτον μπορείτε να κάνετε εγγραφή στο κανάλι του στο YouTube: youtube.com/c/PKas?sub_confirmation=1




