ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ – Του Πέτρου Κασφίκη, ΤΟ ΒΗΜΑ –
Καθώς ο πόλεμος στο Ιράν επανακαθορίζει τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, στην Ουάσιγκτον ενισχύεται μια ήδη ορατή μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την ισχύ. Δεν είναι πλέον μόνο ζήτημα στρατηγικής ή συμμαχιών. Είναι θέμα αντοχής, παραγωγικής ικανότητας και πολιτικής βούλησης.
Ο Ντιν Ποπς, πρώην αναπληρωτής υπουργός Στρατού των ΗΠΑ (επί προεδρίας Τζορτζ Μπους) με ευθύνη για προγράμματα εξοπλισμών, εφοδιασμού και τεχνολογίας αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων εν μέσω πολέμου, και με άμεση εμπλοκή στη μεταπολεμική διαχείριση του Ιράκ, ανήκει σε εκείνη τη γενιά αξιωματούχων που βλέπουν την ισχύ όχι ως θεωρία, αλλά ως επιχειρησιακή ικανότητα.
Ευθύς και χωρίς περιστροφές, εκφράζει με αυθεντικό τρόπο αυτό που πολλοί στην Ουάσιγκτον του Τραμπ περιγράφουν ως επιστροφή της έννοιας του «πολεμικού ήθους», όχι μόνο για το Πεντάγωνο αλλά και για την αμερικανική κοινωνία συνολικότερα.
Μιλώντας στο «Βήμα» για τις εξελίξεις στο Ιράν, τις ενεργειακές ισορροπίες, το ΝΑΤΟ και τις επιλογές της Ελλάδας, θέτει ένα βασικό ερώτημα. Ποιοι είναι έτοιμοι να αντέξουν το βάρος της ισχύος και ποιοι θα μείνουν πίσω.
Υπηρετήσατε στη μεταβατική διοίκηση στην Βαγδάτη μετά την εισβολή στο Ιράκ. Πως βλέπετε την επόμενη μέρα στη Μέση Ανατολή μετά την ολοκλήρωση του πολέμου στο Ιράν;
Νομίζω ότι ο Πρόεδρος Τραμπ παίζει «τρισδιάστατο σκάκι». Δεν τον ενδιαφέρει να ανατρέψει τη δομή της κυβέρνησης στο Ιράν γιατί θεωρεί ότι μπορεί να ελέγξει τη γεωπολιτική κατάσταση μέσω της ενέργειας. Υπάρχει μια τριπλή σχέση μεταξύ Βενεζουέλας, Ιράν και Κούβας. Εκτιμώ ότι και τα τρία αυτά «ντόμινο» θα πέσουν γιατί θα τεθούν υπό έλεγχο μέσω της ενεργειακής πολιτικής. Το βλέπετε ήδη σήμερα στη Βενεζουέλα όπου συνεχίζει να εξάγει πετρέλαιό, αλλά το εξάγει εκεί όπου θέλει η αμερικανική κυβέρνηση.
Όσον αφορά το Ιράν, ελπίζω ότι πιο λογικοί άνθρωποι θα βγουν μπροστά. Οι κορυφαίοι μουλάδες έχουν ήδη δολοφονηθεί. Ο ιρανικός λαός θα αναδυθεί και θα είναι οπλισμένος. Και τελικά, πιστεύω ότι η ίδια η χώρα θα αλλάξει τον εαυτό της. Άρα, δεν πρόκειται να έχουμε την ίδια κατάσταση που είχαμε στο Ιράκ, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες μπήκαν μέσα και προσπάθησαν να διαχειριστούν τα πάντα. Έτσι ο πρόεδρος Τραμπ μετακινεί τα πιόνια για να αλλάξει την παγκόσμια τάξη, χρησιμοποιώντας την ενέργεια ως τη «βασίλισσα» στη σκακιέρα.
Πώς ερμηνεύετε την απόφαση απομάκρυνσης ανώτερων στρατηγών εν μέσω πολέμου; Βλέπετε μια επιχειρησιακή αναγκαιότητα ή μια βαθύτερη ιδεολογική αναδιάταξη που επιχειρεί ο Πιτ Χέγκσεθ στο Πεντάγωνο;
Ας μην υπερβάλλουμε με το ζήτημα της απομάκρυνσης των στρατηγών. Ο Πρόεδρος Ομπάμα απέλυσε έναν τετράστερο στρατηγό εν μέσω των επιχειρήσεων στο Αφγανιστάν. Ο στρατηγός Τζορτζ Μάρσαλ, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, απομάκρυνε πάνω από 600 ανώτερα στελέχη και στρατηγούς. Αυτό δεν είναι ασυνήθιστο. Από ότι αντιλαμβάνομαι υπήρχαν βαθιές διαφωνίες ανάμεσα στον υπουργό Χέγκσεθ και αυτούς τους στρατηγούς, ιδίως σε ζητήματα προαγωγών και οργανωτικής δομής. Και εκτιμώ ότι έλαβε τα μέτρα που θεώρησε αναγκαία.
Αυτή τη στιγμή, τον υποστηρίζω γιατί έχει αλλάξει τον τόνο στο Πεντάγωνο. Επί κυβερνήσεων Μπάιντεν και Ομπάμα υπήρχε υπερβολική επιρροή της «woke» φιλοσοφίας και των πολιτικών συμπερίληψης. Το Πεντάγωνο είχε καταστεί αναποτελεσματικό, γιατί στην ουσία είχε μετατραπεί σε ένα κοινωνικό πείραμα. Ο Χέγκσεθ είπε πρέπει να επιστρέψουμε σε μια βασική αρχή. Είμαστε πολεμιστές και πρέπει να είμαστε αποτελεσματικοί στη μάχη. Οι προαγωγές θα γίνονται με βάση την αξία και όχι με βάση άλλους παράγοντες. Και ο στόχος είναι να έχουμε εξαιρετικά θανατηφόρα ισχύ.
Είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα σε θέση να υποστηρίξουν έναν παρατεταμένο πόλεμο υψηλής έντασης, δεδομένων των αδυναμιών στην αμυντική βιομηχανική βάση τους; Αντιμετωπίζουν οι νέες μεταρρυθμίσεις επαρκώς τα δομικά προβλήματα;
Οι ΗΠΑ πρέπει να δώσουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή στην εφοδιαστική τους αλυσίδα και στα στρατηγικά υλικά. Τις τελευταίες δεκαετίες υιοθετήσαμε μια αντίληψη παγκοσμιοποίησης σύμφωνα με την οποία μπορούσαμε να παραγγείλουμε ότι χρειαζόμαστε. Κυβερνήσεις και από τα δύο κόμματα επέτρεψαν τη μεταφορά της αμερικανικής βιομηχανίας στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα κινεζικές εταιρείες να εξαγοράσουν επιχειρήσεις, να τις κλείνουν και να μεταφέρουν την παραγωγή τους στην Κίνα. Αυτή η κατάσταση έγινε ανεκτή για χρόνια, μέχρι που η ομάδα του προέδρου Τραμπ επιχείρησε να την αναστρέψει, επιβάλλοντας δασμούς και προσφέροντας ισχυρά κίνητρα για την επιστροφή της παραγωγής στις ΗΠΑ.
Καμία στρατιωτική δύναμη δεν μπορεί να επιτύχει χωρίς ισχυρή βιομηχανική βάση, πράγμα που σημαίνει ότι τα εξαρτήματα των οπλικών συστημάτων πρέπει να κατασκευάζονται εντός της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι πρόσφατα δεν υπήρχε στις Ηνωμένες Πολιτείες παραγωγή μαγνητών, παρότι πρόκειται για κρίσιμο στοιχείο σε αεροναυτικά συστήματα, υποβρύχια και δορυφόρους. Η σχετική βιομηχανία είχε μεταφερθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου στην Κίνα. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στις σπάνιες γαίες και έχει αρχίσει να διαμορφώνεται ένα συνεκτικό σχέδιο. Σήμερα, παρατηρείται επιστροφή αυτών των δραστηριοτήτων στις ΗΠΑ, με παράλληλη ενίσχυση της βαριάς βιομηχανίας, όπως ο χάλυβας, γεγονός που δείχνει ότι η συνολική κατεύθυνση έχει πλέον διορθωθεί.
Λαμβάνετε σοβαρά υπόψη τα μηνύματα του προέδρου Τραμπ για επανεξέταση των αμερικανικών δεσμεύσεων στο ΝΑΤΟ; Είναι δικαιολογημένη η κριτική του για τη περιορισμένη συμβολή των συμμάχων στα Στενά του Ορμούζ;
Ο πρόεδρος θέτει ένα ερώτημα. Τι αποκομίζουμε από τη σχέση μας με το ΝΑΤΟ; Οι ΗΠΑ υπήρξαν ο βασικός χρηματοδότης της Συμμαχίας. Κάθε φορά, όμως, που το ΝΑΤΟ καλείται να λειτουργήσει ως πραγματικός εταίρος, είναι η Ουάσιγκτον που πρέπει να βγάλει μόνη της το φίδι από την τρύπα. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ουκρανία, μια σύγκρουση που εκτυλίσσεται στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Ωστόσο, η ευθύνη μετατέθηκε πάλι στην πλάτη των ΗΠΑ. Η κριτική του, λοιπόν, στους Ευρωπαίους είναι απολύτως δικαιολογημένη.
Πρόκειται για έναν πρόεδρο που θεωρεί ότι διατηρεί το δικαίωμα να εξετάζει όλες τις επιλογές. Είτε την παραμονή είτε την αποχώρηση, είτε την άσκηση πίεσης ώστε οι σύμμαχοι να επωμιστούν μεγαλύτερο βάρος. Με άλλα λόγια, ο Τραμπ ζητά από την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Όσον αφορά τα Στενά του Ορμούζ, τίθεται ένα εξίσου εύλογο ερώτημα. Πρόκειται πρωτίστως για ενεργειακή αρτηρία της Ευρώπης. Επομένως, πού βρίσκονται οι ευρωπαϊκές ναυτικές δυνάμεις; Η εικόνα που παρουσιάζεται είναι απογοητευτική, καθώς απουσιάζει η αίσθηση κοινής στρατηγικής και κοινού στόχου, τη στιγμή που πρόκειται για μια κοινή απειλή.
Πώς αναδιαμορφώνουν τα νέα δεδομένα μετά τον πόλεμο στο Ιράν το γεωπολιτικό τοπίο από τη Μέση Ανατολή έως την Ανατολική Μεσόγειο; Προκύπτουν στρατηγικές ευκαιρίες για χώρες όπως η Ελλάδα;
Υπήρξαν πολλές στρατηγικές στιγμές τα τελευταία χρόνια που δυστυχώς διαφορετικές ελληνικές κυβερνήσεις δεν τις αξιοποίησαν. Η Ελλάδα πρέπει να αποφασίσει τι θέλει να είναι. Με απογοήτευσε ιδιαίτερα το γεγονός ότι, όταν δόθηκε η δυνατότητα συμμετοχής σε συστήματα αεράμυνας σαν τον «Χρυσό Θόλο», άλλες χώρες, όπως η Ρουμανία, η Σερβία και η Πολωνία, ανταποκρίθηκαν άμεσα, ενώ η Ελλάδα δεν εμφανίστηκε πουθενά. Η πλήρη ευθυγράμμιση με την Δύση σημαίνει κάτι που υπερβαίνει το ΝΑΤΟ, δεδομένου ότι το ΝΑΤΟ και η Ευρώπη έχουν επιδείξει σημαντική αστάθεια και αναποφασιστικότητα. Θα ήθελα να δω την Ελλάδα να ενσωματώνει πολύ πιο ουσιαστικά τις χερσαίες της δυνάμεις με ό,τι κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Ευρώπη, ενώ θα ήταν εξίσου σημαντικό να ακολουθήσει το παράδειγμα άλλων χωρών και να στέλνει δόκιμους στις αμερικανικές στρατιωτικές ακαδημίες.
Επίσης, θα αναφέρω ένα περιστατικό. Το USS Gerald Ford βρέθηκε στη Σούδα, αλλά λόγω διαδηλώσεων εκτιμήθηκε ότι δεν μπορούσε να δώσει με ασφάλεια άδεια εξόδου στο πλήρωμά του, με αποτέλεσμα να μετακινηθεί στην Κροατία. Θα πω απλώς ντροπή τη λέξη ντροπή. Δεν είναι δυνατόν η ισχυρότερη ναυτική πλατφόρμα των ΗΠΑ να μην μπορεί να παραμείνει στην Ελλάδα με ασφάλεια. Αυτό δείχνει ότι απαιτείται μια βαθύτερη αλλαγή νοοτροπίας. Από την άλλη, οφείλω να αναγνωρίσω ότι οι σημερινοί αμυντικοί ακόλουθοι και τα στελέχη της Ελλάδας είναι υψηλότερου επιπέδου σε σχέση με το παρελθόν, καθώς θυμάμαι ότι προκαλούσε αρνητική εντύπωση ότι μια νατοϊκή χώρα είχε ανώτατα στελέχη που σχεδόν δεν μιλούσαν αγγλικά.
Λαμβάνοντας υπόψιν τη νέα πολιτική κατεύθυνση του Πενταγώνου, υπάρχουν κινήσεις που θα μπορούσε να κάνει η Ελλάδα για να καταστεί χρήσιμη στη νέα στρατηγική για την ενέργεια και την αμυντική βιομηχανική βάση;
Όταν ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Άμυνας επισκέπτονται την Ουάσιγκτον, πρέπει να αποδεικνύουν έμπρακτα ότι είναι σοβαροί ως προς τον ρόλο τους στο ΝΑΤΟ. Όταν δηλώνεται αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5%, τα χρήματα αυτά πρέπει να κατευθύνονται στην αγορά και στην παραγωγή οπλικών συστημάτων και όχι στην πρόσληψη προσωπικού στο Υπουργείο Άμυνας για μικροπολιτικούς λόγους.
Οι επενδύσεις αυτές θα πρέπει να αφορούν υποβρύχια, αεροσκάφη και ελικόπτερα, ενώ ταυτόχρονα η Ελλάδα οφείλει να αποδείξει ότι είναι διατεθειμένη να ανασυγκροτήσει τη δική της αμυντική βιομηχανία. Δεν είναι λογικό μια χώρα που βρίσκεται σε μια τόσο ευαίσθητη περιοχή να μην παράγει ούτε καν βασικό ελαφρύ οπλισμό. Παρά τις πρώτες κινήσεις στον τομέα των drones, για να αναπτυχθεί μια βιομηχανική βάση απαιτείται εμπιστοσύνη στο θεσμικό πλαίσιο, δηλαδή ένα αξιόπιστο δικαστικό σύστημα, τήρηση των συμβολαίων και ουσιαστική προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Η Ελλάδα πρέπει να δείξει ότι αυτό επιδιώκει. Διαφορετικά, δεν μπορεί να αξιώνει στρατηγικό ρόλο χωρίς να προχωρά στις αντίστοιχες επιλογές.
Ποια είναι τα διδάγματα και τι αποκαλύπτει ο πόλεμος με το Ιράν για το μέλλον των συγκρούσεων;
Αν μια χώρα θέλει να είναι παγκόσμια υπερδύναμη, οφείλει να έχει τον έλεγχο της εφοδιαστικής της αλυσίδας. Σε ένα περιβάλλον όπου οι απειλές πολλαπλασιάζονται, γίνεται σαφές ότι η ισχύς δεν είναι επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. Το ίδιο ισχύει και για την Ελλάδα.
Αρκεί να κοιτάξει κανείς μια χώρα με παρόμοιο πληθυσμό, όπως το Ισραήλ, για να διαπιστώσει το εύρος των δυνατοτήτων που μπορεί να αναπτύξει ένα κράτος όταν υπάρχει στρατηγική συνέπεια. Ναι, το Ισραήλ έχει τύχει ιδιαίτερης στήριξης, όμως αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να εξηγήσει το επίπεδο στο οποίο έχει φτάσει. Δεν υπάρχει κανένας λόγος η Ελλάδα να μην μπορεί να προσεγγίσει ένα αντίστοιχο επίπεδο. Χρειάζεται όμως πολιτική βούληση και στρατηγικό όραμα. Ναι, η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα, αλλά αυτό δεν πρέπει να αποτελεί δικαιολογία. Η σωστή απάντηση είναι ναι είμαστε μικροί, αλλά είμαστε σκληροί σαν ατσάλι.
Ο Πέτρος Κασφίκης είναι διαπιστευμένος ανταποκριτής στον Λευκό Οίκο και στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τον τηλεοπτικό σταθμό MEGA και την εφημερίδα Το Βήμα. Για τις τελευταίες εξελίξεις από την Ουάσιγκτον μπορείτε να κάνετε εγγραφή στο κανάλι του στο YouTube: youtube.com/c/PKas?sub_confirmation=1




